H Ευρωπαϊκή Ενωση βρίσκεται «πολύ κοντά» στην υπογραφή μιας εμπορικής συμφωνίας με την Ινδία. Με αυτή στοχεύει στη μείωση των υψηλών δασμών για τα προϊόντα της σε μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές στον πλανήτη. Οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι, μάλιστα, την περιγράφουν ως «μητέρα όλων των συμφωνιών», αφού θα ανοίξει μια αγορά 1,4 δισ. ανθρώπων στις ευρωπαϊκές εξαγωγές και υπηρεσίες. Αυτό το άνοιγμα μόνο οφέλη θα έχει για την Ενωση, ενώ εξυπηρετεί προφανέστατα την ευρύτερη στρατηγική της για περιορισμό της εμπορικής της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Μια τέτοια συμφωνία είναι ένα είδος ασφάλειας στην ταραγμένη εποχή που ζούμε, την εποχή όπου ο πλανητάρχης ανακοινώνει δασμούς στα κράτη – μέλη της ΕΕ κάθε φορά που θέλει να τους ασκήσει πίεση. Ταυτόχρονα, η υπογραφή της θα εκπέμψει και το σήμα προς κάθε δυνητικό εταίρο ότι η Ευρώπη είναι μια εμπορική δύναμη, την ώρα που η αξιοπιστία του μπλοκ αμφισβητείται εξαιτίας των καθυστερήσεων στην επικύρωση των συμφωνηθέντων με τις χώρες της Mercosur.
H EE πρέπει να εστιάσει στα δικά της οικονομικά συμφέροντα και να αναπληρώσει το κενό που δημιουργούν οι εντάσεις στις ευρωατλαντικές σχέσεις. Τώρα, που ο μεταπολεμικός κόσμος καταρρέει κι όλα φαίνεται πως αναθεωρούνται, οφείλει να δει με διαφορετικό μάτι και τις εμπορικές της σχέσεις με την Κίνα. Η τελευταία είναι ήδη ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός της εταίρος, ενώ εκείνη είναι ο υπ’ αριθμόν ένα της Κίνας αλλά υπάρχει ακόμη μια σειρά από εμπόδια στα οποία η συμφωνία των Βρυξελλών με το Νέο Δελχί θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο. Η επέκταση σε αγορές όπως η ινδική είναι επιβεβλημένη προκειμένου η Ευρώπη να μετατοπίσει το γεωοικονομικό – και κατ’ επέκταση και το γεωπολιτικό – της βάρος.







