Ηταν Φεβρουάριος του 1993. Επειτα από μια οριακή αναμέτρηση, ο Γλαύκος Κληρίδης κέρδιζε τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο με διαφορά δύο χιλιάδων ψήφων, προκαλώντας σε άλλους έκπληξη και, όσο κανείς πλησίαζε προς το Κέντρο και αριστερότερα, σοκ και απελπισία.
Είχαν μόλις συμπληρωθεί τα πέντε χρόνια της προεδρίας του Γιώργου Βασιλείου, του ηττημένου των εκλογών, μια περίοδος που αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τις τομές και τις ανανεωτικές αλλαγές της, οι οποίες αναγνωρίζονταν τόσο στην Κύπρο όσο και εκτός αυτής.
Με τον Γιώργο Βασιλείου να έχει εξασφαλίσει ποσοστό 44,1% στον πρώτο γύρο, κανείς δεν περίμενε το αποτέλεσμα που προέκυψε στον δεύτερο γύρο. Ο ίδιος, ωστόσο, είχε διαπράξει ένα σοβαρό σφάλμα, όταν, συνεπαρμένος από τον θρίαμβο του πρώτου γύρου, είχε συμβουλεύσει δημοσίως τον Γλαύκο Κληρίδη να αποσυρθεί. Η φράση αυτή εκλήφθηκε από πολλούς ψηφοφόρους – ακόμη και δικούς του – ως απαράδεκτα αλαζονική. Πολλοί ήταν εκείνοι που αποφάσισαν να ρίξουν λευκό ή ακόμη και να ψηφίσουν τον αντίπαλό του στον δεύτερο γύρο.
Αυτό, βεβαίως, δεν ήταν ο μοναδικός λόγος. Το γεγονός ότι, για πρώτη φορά, η Κύπρος βρισκόταν ενώπιον εξελίξεων στο Κυπριακό με τη «Δέσμη Ιδεών Γκάλι», με την οποία η Εκκλησία και ο σκληρός πυρήνας της Δεξιάς διαφωνούσαν, φόρτισε αρνητικά το προεκλογικό κλίμα.
Δεν ψήφισα ποτέ τον Γιώργο Βασιλείου. Το 1988 δεν είχα ακόμη δικαίωμα ψήφου, ενώ το 1993 έλειπα για σπουδές. Είχαμε, όμως, μια προσωπική σχέση βαθιάς εκτίμησης πολλών δεκαετιών. Οταν, τον Απρίλη του 2021, μπήκα για τελευταία φορά στο γραφείο του για μια συνέντευξη για «ΤΑ ΝΕΑ», θυμάμαι πως με δυσκολία σηκώθηκε – αλλά σηκώθηκε για να με υποδεχθεί – και με καλωσόρισε με την ίδια ενθουσιώδη φράση: «Κωστάκη μου!». «Πρόεδρε!», απάντησα.
Εγώ θα έκλεινα τα πενήντα σε τρεις μήνες και εκείνος τα 90 σε λίγες εβδομάδες. Για εκείνον, όμως, θα ήμουν πάντα ο «Κωστάκης» και για εμένα θα ήταν πάντα ο Πρόεδρος. Οπως και για αμέτρητους άλλους.
Η εποχή του Βασιλείου υπήρξε μια άνοιξη στα πολιτικά πράγματα της Κύπρου. Εξελέγη μόλις δεκατέσσερα χρόνια μετά την εισβολή, διαδεχόμενος τον Σπύρο Κυπριανού, η περίοδος του οποίου – μπορεί κανείς πολύ ευγενικά να πει – σίγουρα δεν υπήρξε η καλύτερη από καμία άποψη: βόλεμα ημετέρων, σκάνδαλα, αυταρχισμός, αλλά και εμμονές. Το τελευταίο στα όρια της υπερβολικής ευγένειας.
Αυτός ήταν και ένας πρόσθετος λόγος για τον οποίο εκτιμήθηκε τόσο η νέα πνοή που έφερε ο Βασιλείου, πέρα από τις θεσμικές αλλαγές: μια διακυβέρνηση πιο εξωστρεφή προς τους πολίτες και τον κόσμο ευρύτερα, ένα κράτος πιο σύγχρονο, πιο φιλόδοξο, πιο επιχειρηματικό. Στις μέρες του εισήχθη η πολυφωνία στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ και ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα.
Αν κάποιος αναζητεί το στίγμα του αποτελέσματος εκείνων των ημερών, αρκεί να σκεφτεί το εξής: δεν πέρασαν έκτοτε εκλογές κατά τις οποίες να μην ακούστηκε – για την Αριστερά και το Κέντρο κυρίως, αλλά όχι μόνο – η φράση «ψάχνουν να βρουν έναν Βασιλείου / τον νέο Βασιλείου».
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η Κύπρος θα ήταν πολύ διαφορετική αν είχε επανεκλεγεί, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η πρώτη πενταετία του Γλαύκου Κληρίδη ήταν σε μεγάλο βαθμό καταδικασμένη να κινηθεί στο ακροδεξιό αφήγημα εκείνων που τον είχαν εκλέξει – ένα αφήγημα με το οποίο ούτε ο ίδιος ο Κληρίδης ταυτιζόταν.
Ο Κληρίδης δεν τον υποτίμησε ποτέ. Αντιθέτως, γνώριζε και εκτιμούσε τις ικανότητές του, και δεν είναι τυχαίο ότι του εμπιστεύθηκε αργότερα την ενταξιακή πορεία της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο Βασιλείου την έφερε εις πέρας, με την Κύπρο να χαρακτηρίζεται σταθερά «ο πιο καλός μαθητής» των υπό ένταξη χωρών, καταγράφοντας τη μία πρωτιά μετά την άλλη.
Δεν ήταν τυχαίο. Ως άνθρωπος διακρινόταν για την πρακτικότητα, τον προσεκτικό σχεδιασμό και τον πραγματισμό του, και το βιογραφικό του εξηγεί πολλά.
Παιδί πετυχημένων και εύπορων γιατρών, γεννήθηκε το 1931 στην Αμμόχωστο. Οι γονείς του, αμφότεροι κομμουνιστές, έφυγαν το 1949 ανταποκρινόμενοι σε έκκληση του ΚΚΕ για να βοηθήσουν ως γιατροί στον Εμφύλιο. Μετά την ήττα, ο πατέρας του βρέθηκε στην Αλβανία, ενώ η μητέρα και η αδελφή του, η μετέπειτα ηθοποιός Μόνικα Βασιλείου, εγκαταστάθηκαν στη Βουδαπέστη. Εκεί μετέβη και ο ίδιος από τις σπουδές του στη Γενεύη για να είναι μαζί τους.
Ο πατέρας του, έχοντας διαπράξει το «λάθος» να διαφωνήσει δημόσια με τον Νίκο Ζαχαριάδη ενώπιόν του, στάλθηκε στην Τασκένδη, όπου και παρέμεινε εξόριστος μέχρι το 1961. Ο Γιώργος Βασιλείου σπούδασε οικονομικά στη Γενεύη, τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη και δεν ακολούθησε τον ιδεολογικό δρόμο των γονιών του – κάτι μάλλον αναμενόμενο με όσα είχε ζήσει. Εγινε επιχειρηματίας, πρωτοπόρος μάλιστα στον τομέα της έρευνας αγοράς, πρώτα στο Λονδίνο και στη συνέχεια με βάση την Κύπρο στη Μέση Ανατολή.
Στα 94 του ο Γιώργος Βασιλείου έφυγε. Παραμένει όμως στην Κύπρο σημείο αναφοράς για την ανάγκη ο ηγέτης να μη συνεχίζει απλά αλλά να αναθεωρεί, να ανανεώνει και να αλλάζει. Παραμένοντας ήπιος, προσιτός, ευπροσάρμοστος στις αλλαγές και μαθαίνοντας πάντα από τα λάθη του.


