Για δεκαεννέα χρόνια, έως τη συνταξιοδότησή του το 1885, ο Χέρμαν Μέλβιλ κάθε πρωί φορούσε τη στολή του από σκούρο μπλε ναυτικό ύφασμα. Κάρφωνε στο στήθος του το χάλκινο σήμα του επιθεωρητή Τελωνείων των Ηνωμένων Πολιτειών και ξεκινούσε να ελέγχει τα έγγραφα σε αντιπαραβολή με τα φορτία που ξεφορτώνονταν.
Ο Μέλβιλ στράφηκε σε αυτό το επάγγελμα αφού τα πιο διάσημα βιβλία του είχαν ήδη εκδοθεί, αν και με ελάχιστη απήχηση. Η εφημερίδα «Boston Post» έγραψε ότι το «Μόμπι Ντικ» «δεν αξίζει τα λεφτά του». Συντετριμμένος από την κριτική, αφοσιώθηκε πλέον στη μεθοδική εξέταση των φορτωτικών εγγράφων, διαθέτοντας τον ελεύθερο χρόνο του στην ποίηση, η οποία επίσης δεν εκτιμήθηκε. Και κάπως έτσι ο συγγραφέας του «Μόμπι Ντικ» εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα και πληρωνόταν τέσσερα δολάρια την ημέρα, χωρίς να λάβει ποτέ αύξηση μέσα σε δύο δεκαετίες.
«Η εργασία είναι η κατάρα των συγγραφέων. Εκτός αν είσαι οικονομικά ανεξάρτητος, φυσικά. Οι περισσότεροι συγγραφείς ανέκαθεν έπρεπε να υπομένουν άσχετες δουλειές για να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους», γράφει ο Εντ Σάιμον στο έγκυρο αμερικανικό λογοτεχνικό διαδικτυακό περιοδικό LitHub έχοντας προσωπική εμπειρία καθώς και ο ίδιος πριν αποκτήσει τη συγγραφική και την ακαδημαϊκή του ιδιότητα (είναι καθηγητής ανθρωπιστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Κάρνεγκι Μέλον) εργάστηκε για έξι μήνες στην Ταχυδρομική Υπηρεσία των ΗΠΑ, όπου προσλήφθηκε σε θέση επικοινωνίας έπειτα από χρόνια κακοπληρωμένης και επισφαλούς εργασίας ως συμβασιούχος στον ακαδημαϊκό χώρο. Το εξάμηνο αυτό, όπως περιγράφει εκτενώς στο άρθρο του, χαρακτηρίστηκε από γραφειοκρατική αδράνεια, έντονη ανία και αίσθηση επαγγελματικής αποξένωσης, και έληξε με την οικειοθελή αποχώρησή του όταν άλλαξαν οι συνθήκες εργασίας και εντάθηκε η πολιτική παρέμβαση στο μέχρι τότε απολιτικό περιβάλλον εργασίας του.
ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ. Εκτός από τις «κλασικές» εργασιακές επιλογές των συγγραφέων, όπως η επιμέλεια κειμένων – η Τόνι Μόρισον εργάστηκε επί παραδείγματι στον οίκο Random – και η διδασκαλία, είναι μακρύς ο κατάλογος των λογοτεχνών που αναζήτησαν τα προς το ζην σε αλλόκοτες θέσεις: από τον Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ που εργάστηκε ως εξολοθρευτής εντόμων μέχρι την Οκτάβια Μπάτλερ που ήταν υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου για πατατάκια. Ο Τζόζεφ Χέλερ ήταν σιδεράς, ο Τζέιμς Τζόις δούλεψε σε κινηματογράφο και ο Τζακ Κέρουακ ήταν λαντζέρης.
Ο Ουόλτ Ουίτμαν ήταν κρατικός λογιστής στα τελευταία χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου και την επόμενη δεκαετία, εργάστηκε κατά διαστήματα στο Γραφείο Πληρωμών του Στρατού και στο Γραφείο Υποθέσεων των Ινδιάνων. Ο Ναθάνιελ Χόθορν επίσης διετέλεσε επιθεωρητής τελωνείων στο Σάλεμ, αλλά σε αντίθεση με τον φίλο του, Μέλβιλ, μετέφερε την επαγγελματική του εμπειρία στο λογοτεχνικό του σύμπαν γράφοντας στον πρόλογο του πιο δημοφιλούς έργου του «Το άλικο γράμμα» ότι «ούτε η μπροστινή ούτε η πίσω είσοδος του τελωνείου ανοίγουν τον δρόμο προς τον Παράδεισο».
Πολλοί συγγραφείς υπήρξαν ταχυδρομικοί υπάλληλοι, ανάμεσά τους ο Αντονι Τρόλοπ, ο Ουίλιαμ Φόκνερ και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο Φόκνερ, μάλιστα, διετέλεσε για μικρό χρονικό διάστημα και διευθυντής ταχυδρομείου στο Μισισίπι, καταθέτοντας την πιο εκπληκτική επιστολή παραίτησης, γράφοντας ότι «να με πάρει ο διάβολος αν προτίθεμαι να είμαι στη διάθεση κάθε περιπλανώμενου αλήτη που έχει δύο σεντς να επενδύσει σε ένα γραμματόσημο».
Υπήρξαν, ωστόσο, και συγγραφείς με βιοποριστικές εργασίες που, απ’ ό,τι φαίνεται, τις αγαπούσαν. Ο Τ.Σ. Ελιοτ εργαζόταν στην τράπεζα Lloyd’s και ο Γουάλας Στίβενς ήταν δικηγόρος σε μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία.
«ΑΦΟΡΗΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ». Αντίθετη άποψη για τα καθήκοντά του σε ασφαλιστική εταιρεία είχε ο Φραντς Κάφκα, αφού έγραψε στο ημερολόγιό του ότι «η δουλειά μου μού είναι αφόρητη, γιατί συγκρούεται με τη μοναδική μου επιθυμία και τη μοναδική μου κλίση, που είναι η λογοτεχνία». Ο Ουίλιαμ Κάρλος Ουίλιαμς χρησιμοποιούσε το συνταγολόγιο που είχε ως γιατρός για να γράφει μερικούς από τους στίχους του. Ο Φρανκ Ο’Χάρα συνέθετε τα ποιήματα της συλλογής του «Lunch Poems» δουλεύοντας ως φύλακας στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Ο Πολ Λόρενς Ντάνμπαρ χειριζόταν έναν ανελκυστήρα στο Ντέιτον του Οχάιο. Η Αγκαθα Κρίστι ανέπτυξε τη βαθιά της γνώση για τα δηλητήρια εργαζόμενη ως φαρμακοποιός. Η Χάρπερ Λι ήταν υπάλληλος έκδοσης αεροπορικών εισιτηρίων όταν σχεδίαζε στο μυαλό της την πλοκή του «Οταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» και ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ οργάνωνε τη συλλογή πεταλούδων στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Χάρβαρντ.
«Είναι η συγγραφή ισοδύναμη με το βιοποριστικό επάγγελμα;», αναρωτιέται ο Εντ Σίμον και απαντά: «Στο πιο προφανές επίπεδο, ασφαλώς. Η γραφή είναι κουραστική, αγχωτική και συχνά απογοητευτική, όπως κάθε δουλειά. Για εμάς τους λίγους τυχερούς υπάρχει μια αμειβόμενη διάσταση της τέχνης που τη χαρακτηρίζει ως εργασία, με τον Στίβεν Κινγκ να υποστηρίζει ότι αν “έγραψες κάτι για το οποίο κάποιος σου έστειλε μια επιταγή, αν εξαργύρωσες την επιταγή και δεν ήταν ακάλυπτη και αν πλήρωσες τον λογαριασμό του ρεύματος με αυτά τα χρήματα”, τότε είσαι γνήσιος συγγραφέας. Παρότι σκεφτόμαστε τη λογοτεχνική ζωή με μια αχλή ρομαντισμού, παραμένει μια δουλειά στην οποία αφιερώνεις τις ώρες σου».







