Πρώτη γνωριμία στη χώρα μας με τη Μισέλ Πεντινιελί, την ιταλοκορσικανικής καταγωγής συγγραφέα που ζει στη Νίκαια και υπογράφει το βραβευμένο με το Lion noir αστυνομικό (και όχι μόνο) μυθιστόρημα «Μποκανέρα» (εκδόσεις Πόλις, σελίδες 221, σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά και επιμέλεια Δαρείας Τζαννετάκη).
Η πενηντάχρονη Ντρου Μποκανέρα είναι μια πολύ ιδιόρρυθμη ιδιωτική ντετέκτιβ, μόνη χωρίς σύντροφο και παιδιά, με μεγάλη αγάπη για τον καφέ και εθισμένη στις άγρυπνες νύχτες. Φοράει πάντα αρβύλες, έχει σαν όπλα επιβίωσης το χιούμορ και το θάρρος της με συνοδεία μια ελαφριά δόση μελαγχολίας. Μια μέρα δέχεται στο γραφείο της την επίσκεψη του Λασάλ Νοριάν, ενός ωραίου νεαρού άντρα, ο οποίος της ζητάει να αναλάβει την υπόθεση της δολοφονίας του συντρόφου του, ονόματι Μάουρο Τζιανίνι. Πριν η Μποκανέρα ολοκληρώσει τον πρώτο κύκλο της έρευνάς της, η αστυνομία ανακαλύπτει και το πτώμα του Νοριάν.
Αν και η αστυνομία θεωρεί ότι οι περισσότερες πιθανότητες οδηγούν στη θεωρία ότι τα δύο θύματα έχουν δολοφονηθεί λόγω της ομοφυλοφιλίας τους, η Μποκανέρα επιμένει στη σύνδεση των δύο υποθέσεων για διαφορετικούς λόγους. Αποφασίζει να συνεχίσει τη δική της έρευνα, παράλληλα με τις διαδικασίες που ακολουθούν οι αστυνομικές Αρχές. Η αλληλεπίδραση των ερευνών ενισχύεται από το γεγονός ότι της ομάδας των αστυνομικών προΐσταται ο πρώην σύντροφος της Μποκανέρα, αστυνόμος Ζοσέφ (Τζο) Σαντούτσι.
Οσο η Μποκανέρα συνεχίζει με πεισματική επιμονή την αναζήτηση στοιχείων για τις δύο δολοφονίες, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν μια σκοτεινή και απειλητική διάσταση. Από τη μία πλευρά υπάρχουν ομάδες ανθρώπων που μισούν τους ομοφυλόφιλους και δυνητικά θα μπορούσαν να έχουν συμμετοχή στις δύο υποθέσεις. Μάλιστα, σε αυτές τις ομάδες φέρεται να έχει συμμετοχή ο αδελφός του δεύτερου θύματος, του Λασάλ Νοριάν. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η υποψία ότι το επαγγελματικό περιβάλλον του Μάουρο Τζιανίνι, και συγκεκριμένα η εταιρεία όπου εργαζόταν, μπορεί να εμπλέκεται σε ένα σκάνδαλο όσον αφορά τα κατασκευαστικά έργα που έχει αναλάβει.
Η κατάσταση κλιμακώνεται όταν η Μποκανέρα θα δεχτεί μια επίθεση στο διαμέρισμά της, όπου θα σωθεί από την παρέμβαση ενός γηραιού γείτονά της. Θα ακολουθήσει μια απόπειρα δολοφονίας κατά του πρώην συντρόφου της, αστυνόμου Σαντούτσι. Ή μήπως ο στόχος δεν ήταν ο Σαντούτσι, αλλά η ίδια η Μποκανέρα; Ομως το πείσμα, καλύτερα η κορσικανική ξεροκεφαλιά, της Μποκανέρα δεν σηκώνει φόβους και υποχωρήσεις. Αντίθετα, επιβάλλει να συνεχίσει και να ξεσκεπάσει αυτό το κύκλωμα που κρύβεται πίσω από τις δολοφονίες.
Το ύφος γραφής της Πεντινιελί χαρακτηρίζεται από έναν ρεαλισμό, γρήγορο ρυθμό με ζωντανούς διαλόγους και ισχυρές δόσεις καυστικής ειρωνείας. Οι περιγραφές, με διάσπαρτο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, δεν έχουν σκοπό να ωραιοποιήσουν, ενώ οι διάλογοι μοιάζουν σαν να παρακολουθούμε σκηνές από κοντά, χωρίς καμιά αποστασιοποίηση. Βλέπουμε μια αρμονική συνύπαρξη σκληρότητας και τρυφερότητας. Σκηνές ωμής βίας, που ανάμεσά τους διαφαίνονται στιγμές κοινωνικής αλληλεγγύης και εικόνες που δείχνουν πρόσωπα ευάλωτα και βαθιά πληγωμένα.
Οσο για το πολιτικοκοινωνικό σχόλιο, παραμένει κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια, αλλά διατηρεί την ένταση και το χρώμα του. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να κάνει κήρυγμα ή να ακολουθήσει ένα διδακτικό ύφος, αντίθετα επιλέγει το υποδόριο σχόλιο και τον υπαινιγμό που κλιμακώνονται σε μια έντονη επικριτική διάθεση, καθώς θίγει σοβαρά σύγχρονα κοινωνικά θέματα… Οπως οι οικονομικές ανισότητες, η πατριαρχική βία, οι κοινωνικές προκαταλήψεις και τα πολιτικά αδιέξοδα, με παράλληλη βέβαια διερεύνηση των νέων μορφών αντίστασης που αναπτύσσονται στη σύγχρονη κοινωνία.
Η Πεντινιελί τιμάει την παράδοση των μεγάλων της γαλλικής σχολής, ιδιαίτερα του Ζαν Κλοντ Ιζό, τονίζοντας τη σχέση αγάπης – μίσους, καλύτερα την εμμονή με την αγαπημένη της πόλη. Η Νίκαια δεν είναι απλά το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η πλοκή. Δεν είναι απλά μια μεσογειακή πόλη με τις ιδιαίτερες εκφάνσεις μιας πολυπολιτισμικής κουλτούρας. Η Νίκαια είναι μια προσωποποιημένη πόλη, μια πόλη που έχει μεταμορφωθεί σε ανθρώπινο χαρακτήρα, πρωταγωνιστή στην υπόθεση. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός, τα τοπία, τα ρεστοράν, τα καφέ, οι δρόμοι και η παραλία έχουν τη δική τους φωνή. Η συγγραφέας αφήνει τη δεξαμενή των βιωμάτων να ξεχειλίσει, βουτάει την πένα στο αίμα της καρδιάς και ζωγραφίζει έναν εξαιρετικό πίνακα της αγαπημένης της πόλης. Πέρα από το στερεότυπο του ήλιου, της θάλασσας, των τουριστών και των ηλικιωμένων, υπάρχει και μια σκοτεινή, κοινωνικά φορτισμένη πλευρά, όπου συνυπάρχουν πλούτος και φτώχεια, ανάπτυξη και αποκλεισμοί. Η πόλη εμφανίζεται σε φάση ανοικοδόμησης, με μεγάλη οικονομική ανάπτυξη – αλλά αυτή η «ανάπτυξη» διόλου δεν ωφελεί όλους εξίσου, ενώ οι ευάλωτες ομάδες (μετανάστες, γκέι, φτωχοί) δέχονται αποξένωση, δυσπιστία, πολλές φορές και εχθρικότητα.
Η συγγραφέας δεν διστάζει να θίξει τις έντονες ανισότητες, τη διαφθορά, την άνοδο της Ακροδεξιάς, την πατριαρχική βία, τον αποκλεισμό των μεταναστών και τη δημόσια υγεία. Να ρίξει φως στις συνέπειες που έχουν οι αστοχίες της εξουσίας και ο υπερτουρισμός στη γραφική Νίκαια, με αποτέλεσμα τη μετάλλαξή της σε μια πόλη που καθίσταται ξένη για πολλούς κατοίκους της, εκεί όπου τα κρατικά δίκτυα καταρρέουν και μένει σαν μόνη εναλλακτική η στροφή στην κοινωνική αλληλεγγύη. Το αστυνομικό πλαίσιο χρησιμοποιείται ως μέσο κριτικής: τα εγκλήματα στο βιβλίο (π.χ. ο φόνος των ομοφυλόφιλων) δεν λειτουργούν μόνο ως μυστήριο, αλλά ως καθρέφτης του μίσους, της εμπορευματικότητας, της ομοφοβίας και της βίας – χωρίς να παραβλέπονται η ανθρωπιά και οι μορφές αντίστασης που αναδύονται.
Ιδιαίτερη αναφορά οφείλουμε και στην ιδιόρρυθμη και άκρως αντισυμβατική ηρωίδα του μυθιστορήματος. Η Ντρου Μποκανέρα δεν ενδιαφέρεται απλώς για την επίλυση ενός εγκλήματος, αλλά εστιάζει στο κοινωνικό πλαίσιο, τις ανισότητες, την πολιτική ατμόσφαιρα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Επικεντρώνεται στα γεγονότα, όχι μόνο στην πλοκή, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα με καυστικό χιούμορ και μεγάλες δόσεις αυτοσαρκασμού. Η ιστορία περνά μέσα από το φίλτρο της με τις αδυναμίες, τις εμμονές και την ιδεολογία της, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ένταση ενός φόνου και την τρυφερότητα μιας ανθρώπινης στιγμής, την ειρωνεία ενός εσωτερικού σχολίου.
Η Πεντινιελί μάς δίνει τελικά ένα κοινωνικό μεσογειακό νουάρ, ένα είδος όπου η ατμόσφαιρα, η κοινωνία και οι πολιτικές εντάσεις είναι εξίσου σημαντικές με την πλοκή του εγκλήματος, με ανιχνεύσιμες επιρροές από τους μεγάλους του είδους, τον Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν, τον Ζαν Κλοντ Ιζό, μέχρι και τον δικό μας Πέτρο Μάρκαρη. Η διαφοροποίησή της έγκειται στο γεγονός ότι η γραφή της αποπνέει και μια γυναικεία ευαισθησία, σαρκασμό και μια αυθόρμητη τρυφερότητα. Και βέβαια και στον χαρακτήρα της Ντρου Μποκανέρα που θυμίζει κάτι από τον ανεξάρτητο, ηθικά προσωπικό κώδικα των αμερικανών ντετέκτιβ του Ρέιμοντ Τσάντλερ και της Σάρα Παρέτσκι, αλλά είναι βασικά ενταγμένος σε μεσογειακό κοινωνικό πλαίσιο.
Εξαιρετική δουλειά από τον κλασικό μεταφραστή Γιάννη Καυκιά και την επιμελήτρια Δαρεία Τζαννετάκη.







