Αν γινόταν ένας διαγωνισμός για τον ιδανικό σύμμαχο της Αμερικής, έξω από την «αγγλόσφαιρα», η Δανία θα ήταν το μεγάλο φαβορί για τον τίτλο. «Ατλαντική» ως το κόκκαλο, πιστός εταίρος του ΝΑΤΟ από την ίδρυσή του, πρόθυμη να αναλάβει επικίνδυνες αποστολές στον αρκτικό κύκλο, πρόθυμη να συμμετάσχει και σε αμφιλεγόμενες στρατιωτικές περιπέτειες των ΗΠΑ – ακόμη κι όταν οι κυβερνήσεις της έπρεπε να πληρώσουν βαρύ πολιτικό τίμημα και να συγκρουστούν με μια απολύτως εχθρική κοινή γνώμη.
Ηταν μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που έστειλε στρατιώτες στο Ιράκ το 2003. Που πολέμησε, επίσης, στο πλευρό των Αμερικανών στο Αφγανιστάν, σε σκληρές μάχες, με τίμημα πάνω από 40 νεκρούς. Οσο για το σημερινό μήλον της Εριδος, τη Γροιλανδία, παρά τις αντιρρήσεις του τοπικού πληθυσμού, η Δανία παραχώρησε στις ΗΠΑ, από το 1951, το δικαίωμα να διατηρούν στρατιωτική βάση, η οποία έφθασε στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου να φιλοξενεί έως και 10.000 αμερικανούς στρατιώτες –- σε μια χώρα που τότε δεν αριθμούσε περισσότερους από 20.000-25.000 κατοίκους.
Κι όμως, όλα αυτά τα πιστοποιητικά συμμαχικής νομιμοφροσύνης δεν στάθηκαν ικανά να προστατεύσουν τη Δανία από την κακομεταχείριση που τώρα υφίσταται. Από τις πιέσεις και τις απειλές Τραμπ για βίαιη προσάρτηση της Γροιλανδίας. «Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφαλείας», επανέλαβε προχθές. «Αν δεν την πάρουμε εμείς θα την πάρουν η Ρωσία και η Κίνα. Και η Δανία δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να μας εμποδίσει. Εμείς, αντιθέτως, μπορούμε τα πάντα».
Αν, λοιπόν, μια χώρα σαν τη Δανία δεν είναι ασφαλής απέναντι σε μια αρπακτική Ουάσιγκτον, ποιος μπορεί να αισθάνεται ότι είναι; Αν στον «καλύτερο μαθητή» της συμμαχίας επιφυλάσσεται τέτοια μοίρα, ποιος μπορεί να αισθάνεται προστατευμένος στους κόλπους της; Το ερώτημα είναι εύλογο. Και το μήνυμα είναι απλό και ευανάγνωστο. Δεν μπορεί να διαφύγει κανενός την προσοχή. Ούτε της Ελλάδας, προφανώς. Ούτε της Ευρώπης.
Μα πώς μεταφράζεται πρακτικά, πολιτικά αυτό το μήνυμα; Ενα συμπέρασμα μοιάζει προφανές. Η επίδειξη καλής, ατλαντικής συμπεριφοράς δεν αρκεί, αν αρκούσε ποτέ, ώστε να εξασφαλίσει μια χώρα τα συμφέροντά της και την εύνοια του ισχυρότερου εταίρου. Οχι, πάντως, απέναντι σε μια αμερικανική ηγεσία, που δεν αναγνωρίζει άλλο φραγμό από την ίδια της τη βούληση. Η υποχωρητικότητα απέναντι στις αξιώσεις της αποδείχθηκε μέθοδος περιορισμένης απόδοσης. Δείτε, για παράδειγμα, τα αποτελέσματα που έφερε το ταξίδι της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μέχρις ένα γήπεδο γκολφ στη Σκωτία, όπου προσέπεσε στον Τραμπ για να μετριάσει τους δασμούς που είχε επιβάλει.
Ακόμη λιγότερο αποδοτική αποδείχθηκε η μέθοδος της κολακείας του προεδρικού εγωισμού – από τον «μπαμπά που χρησιμοποιεί αυστηρή γλώσσα» του Μαρκ Ρούτε ως την παραχώρηση του βραβείου Νομπέλ, σε χρυσοποίκιλτη κορνίζα, από τη Ματσάδο της Βενεζουέλας. Τα όποια αποτελέσματα του αυτοεξευτελισμού εξατμίζονται πιο γρήγορα κι από το προϊόν των σιελογόνων αδένων των ικετών.
Μα ποια είναι η εναλλακτική;
Στην Ευρώπη, η συζήτηση έχει ανοίξει. «Δεν αντέχω άλλο την κλάψα για την αδυναμία μας», λέει ο Γκλικσμάν, ο πιθανότερος υποψήφιος των γάλλων σοσιαλιστών για την προεδρία, σε μια συνέντευξη στο περιοδικό «Εξπρές». Η Ευρωπαϊκή Ενωση «έχει στα χέρια της μοχλούς πίεσης και πρέπει να τους χρησιμοποιήσει». Να αποκλείσει, για παράδειγμα, τις αμερικανικές επιχειρήσεις από τις δημόσιες αγορές της, να μπλοκάρει τις στρατηγικές εξαγωγές της Αμερικής, να επιβάλει επιτέλους ρυθμίσεις στις ψηφιακές πλατφόρμες καθώς και μια αυστηρή ευρωπαϊκή προτίμηση στην προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού. Ο σημερινός αμερικανός πρόεδρος έχει δείξει ότι σέβεται μόνον τον συσχετισμό δύναμης. «Αν δείξουμε ότι δεν τον φοβόμαστε, θα τον κάνουμε να διστάσει να υλοποιήσει τις απειλές του».
Η αποστολή στρατιωτικής δύναμης από οκτώ ευρωπαϊκές χώρες, με επικεφαλής τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γροιλανδία για μακράς διάρκειας ασκήσεις είναι, ίσως, ένα πρώτο πρακτικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Μια πρώτη ένδειξη ότι η πολιτική βούληση για μια πιο αποφασιστική στάση αρχίζει να σχηματίζεται. Σαν η ευρωπαϊκή ηγεσία να επιχειρεί μια πρώτη συλλογική «άσκηση θάρρους».
Δεν θα είναι εύκολο – ιδίως όταν η Ευρώπη πρέπει να δείξει παράλληλα σύνεση και να αποφύγει να προκαλέσει τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν την Ουκρανία. Μα, από την άλλη πλευρά, είναι για τις ηγεσίες αυτές κι ένα θέμα επιβίωσης.
Ο Λευκός Οίκος έχει κηρύξει ήδη τον πόλεμο στη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή δημοκρατική τάξη. «Ο στόχος μας» – σύμφωνα με το νέο κείμενο εθνικής στρατηγικής ασφαλείας – «είναι να βοηθήσουμε την Ευρώπη να διορθώσει την τρέχουσα πορεία της», η οποία την οδηγεί στον «πολιτισμικό αφανισμό». Και για αυτό, πρέπει να ενισχυθούν τα «πατριωτικά ευρωπαϊκά κόμματα».
Ο Στιβ Μπάνον το είπε πιο καθαρά. Η νίκη της Λεπέν στις γαλλικές προεδρικές εκλογές τον Απρίλιο του 2027 θα είναι, είπε, το πρώτο βήμα προς τη διάλυση της σημερινής Ευρώπης. Και οι Ευρωπαίοι θα δουν στις εκλογές αυτές την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα να υποστηρίζουν (και όχι απλώς θεωρητικά, «πλατωνικά») τις ίδιες ακριβώς πολιτικές δυνάμεις.
Δύσκολο στοίχημα. Ακόμη πιο δύσκολο για την Ελλάδα. Η οποία θα υποχρεωθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δύο διαστάσεις της στρατηγικής ασφαλείας της, την ισχυρή αμυντική σχέση της με τις ΗΠΑ και τη συμμετοχή στης τον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Και θα κληθεί, πιθανότατα, να αντιμετωπίσει σκληρά διλήμματα.
Να κάνει επιλογές και να αναλάβει κόστος. Θα πρέπει, επίσης, να διαχειριστεί τις σχέσεις της με την Τουρκία μόνη, σε διμερή κυρίως βάση, χωρίς την προσδοκία ότι θα μεσολαβήσουν στα δύσκολα τρίτοι, χωρίς, προπάντων, την αφελή προσδοκία ότι αυτοί, αν παρέμβουν, θα το κάνουν σεβόμενοι την ισορροπία στο Αιγαίο.
Καλό είναι, τουλάχιστον, να προετοιμαζόμαστε για τα δύσκολα. Κάποτε λέγαμε να γίνουμε «Δανία του Νότου». Πρέπει τώρα να αποφύγουμε ακριβώς αυτό. Να βρεθούμε, με εντελώς διαφορετική έννοια, στη θέση της μικρής αυτής χώρας, στην άλλη άκρη της Ευρώπης.







