Ενα υποθαλάσσιο «σκανάρισμα» του Αιγαίου με επίκεντρο τη Σαντορίνη. Μια διεθνής ωκεανογραφική αποστολή με ρομποτικά συστήματα και χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες γεωλογικά περιοχές του πλανήτη με «μυστικά» που θέτουν την Ελλάδα στο «μικροσκόπιο» της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Η τρίτη φάση της φιλόδοξης ωκεανογραφικής αποστολής Multimarex, που χρηματοδοτείται από τη γερμανική κυβέρνηση με στόχο τη διερεύνηση του κινδύνου φυσικών καταστροφών, ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες, με τους επιστήμονες να κάνουν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά χαρτογραφώντας τον βυθό των ελληνικών θαλασσών.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν υψηλή δραστηριότητα του ηφαιστείου Κολούμπος με πολλαπλές έντονες εκπομπές αερίων και εκτεταμένα στρώματα υπερανθεκτικών μικροβιακών κοινοτήτων στον πυθμένα του, όμως η περαιτέρω ανάλυση του υλικού που συλλέχθηκε αναμένεται να φέρει στο φως ακόμη περισσότερα πολύτιμα στοιχεία για την αποκωδικοποίηση των μηχανισμών ανάπτυξης τόσο της δυναμικής των ηφαιστείων όσο και των σεισμικών ζωνών που υπάρχουν στην περιοχή.
«Κατά τη διάρκεια της αποστολής ανασύρθηκαν από τον βυθό βορειοανατολικά της Σαντορίνης οκτώ υποθαλάσσιοι σεισμογράφοι, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στις αρχές του 2025 για την παρακολούθηση της σεισμικής δραστηριότητας της περιοχής. Ιδιαίτερης σημασίας είναι οι αισθητήρες πίεσης που ήταν τοποθετημένοι σε αρκετούς από αυτούς, με τους οποίους καταγράφηκε η κατακόρυφη παραμόρφωση του θαλάσσιου πυθμένα.
Οι μετρήσεις αυτές είναι εξαιρετικά σημαντικές σε σχέση με τη σεισμική κρίση της άνοιξης του 2025 και τη μετακίνηση μάγματος στα ηφαιστειακά κέντρα της περιοχής», λέει στα «ΝΕΑ» η Παρασκευή Νομικού, καθηγήτρια Γεωλογικής Ωκεανογραφίας στο ΕΚΠΑ, η οποία συμμετείχε στην αποστολή από την πλευρά της Ελλάδας μαζί με την Αννα Κατσίγερα, υποψήφια διδάκτορα στο ΕΚΠΑ, και την Ευφροσύνη Βαρώτσου, υποψήφια διδάκτορα στο GEOMAR.
Επίσης, ποντίστηκαν πέντε υποθαλάσσιοι σεισμογράφοι στην περιοχή της Σαντορίνης. «Τρεις σταθμοί εγκαταστάθηκαν εντός της Καλδέρας της Σαντορίνης και προβλέπεται να ανακτηθούν το φθινόπωρο του 2026. Εκτός από την καταγραφή της σεισμικής δραστηριότητας, παρακολουθούν επίσης τη συνεχιζόμενη ανύψωση ή καθίζηση του πυθμένα μέσα στην Καλδέρα, η οποία μπορεί να προέρχεται από κινήσεις μάγματος στο υπέδαφος. Δύο ακόμη σταθμοί εγκαταστάθηκαν στον κρατήρα του Κολούμπου καθώς και μερικά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Κολούμπου, σε μια περιοχή όπου είχε παρατηρηθεί σεισμική διέγερση. Εκεί θα καταγράφουν σεισμικότητα, πίεση και θερμοκρασία για χρονικό διάστημα έως και δύο ετών», λέει η Π. Νομικού.
Οι ερευνητές μελέτησαν τις υποθαλάσσιες ροές λάβας
Παράλληλα, μελετήθηκε για ακόμη μία φορά η ενεργή ζώνη ρήγματος που υπάρχει μεταξύ Σαντορίνης και Αμοργού, μια τεκτονική δομή σεισμικά ενεργής που αποτυπώνεται σε κάποια σημεία στον πυθμένα ως ρωγμή βάθους έως και 60 μέτρων και θεωρείται πολύ σημαντική για την επιστημονική έρευνα. Μεταξύ άλλων, οι ερευνητές μελέτησαν τις υποθαλάσσιες ροές λάβας, χαρτογραφώντας μια γλώσσα λάβας με ρομποτικό όχημα, που προέρχεται από την ηφαιστειακή έκρηξη του 1570 και βρίσκεται σε βάθος 380 μέτρων, ενώ επίσης πραγματοποίησαν εργασίες που θα τους επιτρέψουν να εκτιμήσουν ποιες παράκτιες περιοχές της Σαντορίνης ενδέχεται να είναι επιρρεπείς σε καταπτώσεις βράχων ή αστάθειες.
Ακόμη, εξερεύνησαν τις «Καλλίστη Λίμνες» στην Καλδέρα της Σαντορίνης, ο σχηματισμός των οποίων δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητός για την επιστημονική κοινότητα, και ανέπτυξαν ένα δίκτυο πέντε σταθμών υποθαλάσσιων σεισμογράφων σε βάθος 60 μέτρων ανοικτά της νότιας ακτής της Σαντορίνης, οι οποίοι θα βοηθήσουν στη μεταφορά δεδομένων από τον πυθμένα στην επιφάνεια της θάλασσας.
Οι σταθμοί αυτοί είναι προγραμματισμένοι να ανταλλάσσουν δεδομένα μεταξύ τους, επιτρέποντας μια αρχική αξιολόγηση ήδη από τον πυθμένα με χρήση τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να εκτιμάται αν ένας σεισμός φτάνει σε κρίσιμο μέγεθος ώστε να προκαλέσει τσουνάμι.
Στην αποστολή, η οποία διήρκησε από τις 17 Δεκεμβρίου 2025 ως τις 10 Ιανουαρίου 2026, συμμετείχαν 21 επιστήμονες, τεχνικοί και μηχανικοί του γερμανικού Ινστιτούτου Ωκεανογραφικών Ερευνών GEOMAR και του Πανεπιστημίου Christian Albrechts του Κιέλου, οι δύο ελληνίδες ερευνήτριες του ΕΚΠΑ και δύο μετεωρολόγοι της Γερμανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας, ενώ αρχηγός ήταν η δρ Heidrun Kopp από το GEOMAR.







