Τα κρατικά φέσια ή, πιο επίσημα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς τους ιδιώτες καταγράφουν σήμερα ένα απαγορευτικό νούμερο και για την ακρίβεια είναι πάνω από τρία δισ. ευρώ. Αυτό το δεδομένο δεν αφαιρεί απλώς ρευστότητα από την αγορά αλλά και βαθμούς πρωτοβουλιών από τους μεσαίους και μεγαλύτερους επιχειρηματίες. Ταυτόχρονα δημιουργεί προβλήματα «πίστης» με το βαθύ κράτος και το Δημόσιο και επιπρόσθετες εμπλοκές στην ίδια τη λειτουργία φορέων.
Βάσει όλων αυτών ένα είδος εποπτείας και ελέγχου, όπως σχεδιάζεται από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορθά δρομολογείται και επιτακτικά πρέπει να γίνει πράξη, αφού το εν λόγω πρόβλημα δυναμιτίζει και τους προϋπολογισμούς των φορέων που χρωστούν. Παράλληλα, μια τέτοια πραγματικότητα «οφειλών» – ας σημειωθεί πως ανάμεσα στους δημόσιους οφειλέτες τα νοσοκομεία σήμερα έχουν χρέη που ξεπερνούν το 1,7 δισ. ευρώ! – αποτρέπει τις δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρηματικές κινήσεις προσδίδοντας στο οικονομικό περιβάλλον κλίμα στασιμότητας και δυσλειτουργιών.
Μια στρατηγική λοιπόν επιτάχυνσης των αποπληρωμών δεν αποκαθιστά απλώς ένα δομικό θέμα που σήμερα αναδεικνύουν «ΤΑ ΝΕΑ». Ενισχύει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία για το Δημόσιο και εν γένει το κράτος. Ας μη μας διαφεύγει πως σήμερα, λόγω της καλπάζουσας ψηφιακότητας, έχουμε συμμάχους σε τέτοιους είδους προβλήματα ενώ τα επιχειρήματα μιας άκαμπτης γραφειοκρατίας λιγοστεύουν και δεν αποτελούν πια ισχυρές αιτίες για ολιγωρίες και μια καθολική ακινησία στο εν λόγω πεδίο. Και γίνεται, και οφείλουμε να το πράξουμε.







