Με εξαίρεση τη Ροδόπη, τον Ιούνιο του 2023 ο εκλογικός χάρτης της Ελλάδας βάφτηκε μπλε. Η νίκη της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη, αν και αδιαμφισβήτητη, δημιούργησε ερωτήματα σε επίπεδο πολιτικής ανάλυσης αλλά και ευρύτερου πολιτικού προβληματισμού. Τα ερωτήματα δεν αφορούσαν την επίδοση της ΝΔ στη Λακωνία ή τις Σέρρες, αλλά την επικράτησή της στα παραδοσιακά «κάστρα» της δημοκρατικής παράταξης. Πώς, για παράδειγμα, η Κρήτη κατέληξε να στηρίξει τη ΝΔ ή για ποιον λόγο η Δυτική Ελλάδα μετακινήθηκε εκλογικά προς αυτή;
Η ανάλυση των δεδομένων του exit poll δείχνει ότι σε κοινωνικές ομάδες όπως οι αγρότες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες η ΝΔ προσέγγισε επίπεδα σχεδόν απόλυτης επικράτησης, υπερβαίνοντας την παραδοσιακή της εκλογική απήχηση. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε πολλούς αναλυτές σε ιδεολογικές ερμηνείες της εκλογικής συμπεριφοράς, υποστηρίζοντας ότι η στροφή του κ. Μητσοτάκη προς πιο κεντρώες πολιτικές υπήρξε ελκυστική για ψηφοφόρους προερχόμενους από άλλους πολιτικούς χώρους.
Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η ΝΔ πλησιάζει προς τη λήξη της κυβερνητικής της θητείας, καθίσταται σαφές ότι η πολιτική πρακτική της δεν παραπέμπει σε κυβέρνηση που επικράτησε πρωτίστως με ιδεολογικούς όρους. Αντιθέτως, ζητήματα όπως η κατανομή των κονδυλίων του ΟΠΕΚΕΠΕ ή η ένταξη, αναθεώρηση και ιεράρχηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργούν την εντύπωση ότι η κυβέρνηση συγκρότησε εκλογικές συμμαχίες στη βάση υλικών ανταλλαγμάτων και στοχευμένων οικονομικών παρεμβάσεων.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την υπόθεση ότι η εκλογική της κυριαρχία δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ιδεολογική ταύτιση ή πολιτική πειθώ, αλλά και σε μια λογική διαχείρισης πόρων που παρήγαγε συγκεκριμένα, ευνοημένα εκλογικά ακροατήρια.
Η πολιτική συνοχή, ωστόσο, δεν μπορεί να διασφαλίζεται μέσω πρακτικών οικονομικής δοσοληψίας, αλλά μέσω πολιτικών που δημιουργούν στους πολίτες την αίσθηση ότι «η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση». Σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση απέτυχε, ενώ δεν έχει πλέον υπέρ της ούτε τον παράγοντα του χρόνου. Στη ρευστότητα που καταγράφηκε στις ευρωεκλογές προστίθεται η κόπωση από την πολυετή διακυβέρνηση, η οποία εντείνεται από την αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων και επιτάχυνσης της επίλυσης των καθημερινών προβλημάτων των πολιτών.
Η παρατεταμένη κρίση με τους αγρότες, που επί εβδομάδες επηρεάζει την οικονομική και κοινωνική ζωή, επιτείνει τη φθορά της ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες που θεωρούνταν δεδομένες, με την περιφέρεια να φαίνεται πιο πρόθυμη να απομακρυνθεί. Ομως ο εφιάλτης της κυβέρνησης είναι τα 1,77 εκατομμύρια ψηφοφόροι που έχουν την τελευταία δεκαπενταετία απομακρυνθεί από τις κάλπες και που αν κάτι τους κινητοποιήσει να ξανασυμμετάσχουν δεν θα είναι σίγουρα η εκ νέου παροχή εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η κυβέρνηση φθείρεται, αλλά αν έχει πλέον τη δυνατότητα πολιτικής ανασύνθεσης.
Η Μαρία Καρακλιούμη είναι πολιτική αναλύτρια, SpearMind.ai







