Θα περίμενε κανείς η μεγάλη κόντρα να ξεσπάσει με την Κουμουνδούρου που είχε για μπόλικα στελέχη της στο παρελθόν κάνει check-in σε πτήσεις για το Καράκας, αλλά σε σκληρό πόλεμο μεταξύ της κυβέρνησης και της Χαριλάου Τρικούπη οδήγησαν οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη για την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο. Ο Πρωθυπουργός, σε ανάρτησή του το βράδυ του Σαββάτου, ανέφερε πως «ο Νικολάς Μαδούρο ηγήθηκε μιας βίαιης και καταπιεστικής δικτατορίας που προκάλεσε ανείπωτα δεινά στον λαό της Βενεζουέλας», τονίζοντας πως «αυτή δεν είναι η στιγμή για να σχολιάσουμε τη νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών» κι ότι «η Ελλάδα θα συντονιστεί με τους εταίρους της στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για το ζήτημα». Το ΠΑΣΟΚ ήταν το πρώτο που αντέδρασε, διά του αρμόδιου τομεάρχη Δημήτρη Μάντζου, χαρακτηρίζοντας τη δήλωσή του «βαθύτατα προβληματική αλλά και ντροπιαστική για τον πρωθυπουργό μιας χώρας όπως η Ελλάδα, που στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο για την προάσπιση των εθνικών της συμφερόντων».
Είχε προηγηθεί ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ που καταδίκαζε την επέμβαση τονίζοντας ότι δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι ο Μαδούρο ήταν επικεφαλής ενός «ανελεύθερου αυταρχικού καθεστώτος». Τη σκυτάλη πήρε ο Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος επέκρινε την αντίδραση του ΠΑΣΟΚ εκφράζοντας «έντονο προβληματισμό» για την ανακοίνωση του Μάντζου, γεγονός που προκάλεσε ακόμη σφοδρότερη αντίδραση από το ΠΑΣΟΚ, ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραμένει πιστός «σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα, τον γκεμπελισμό». Ο δε Νίκος Ανδρουλάκης τοποθετήθηκε και προσωπικά, καταδικάζοντας με απόλυτο τρόπο την ενέργεια των ΗΠΑ ως «κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και κάθε έννοιας εθνικής κυριαρχίας», υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι ο ίδιος ως ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ είχε καταδικάσει το καθεστώς της Βενεζουέλας, «ζητώντας μάλιστα την επιβολή στοχευμένων κυρώσεων προς τον Μαδούρο και πρόσωπα του περιβάλλοντός του που βαρύνονται με κατηγορίες για παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών και βασανιστήρια».
Οι κόντρες ξαναγυρίζουν στο ‘15
Εν τω μεταξύ, καταδικαστικά σχόλια για την άρνηση Μητσοτάκη να σχολιάσει τη νομιμότητα της επέμβασης των ΗΠΑ έκαναν ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά και το ΚΚΕ, με το Μέγαρο Μαξίμου να επιλέγει είτε να τις αγνοεί είτε να κατηγορεί την αριστερή αντιπολίτευση για ιδεολογική συγγένεια με τους «τσαβίστας» της Βενεζουέλας. Λάδι στη φωτιά αυτή έριξε η παρέμβαση Αλέξη Τσίπρα που καταδίκασε τις ΗΠΑ χαρακτηρίζοντας απαράδεκτη τη στάση του Μητσοτάκη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε ακόμη πιο αιχμηρά: «Σχεδόν 24 ώρες χρειάστηκε ο κ. Τσίπρας για να εκδηλώσει την υποστήριξή του στον αγαπημένο του δικτάτορα Μαδούρο. Αντιλαμβανόμαστε ότι η καθυστέρηση οφείλεται στο γεγονός ότι με την ανακοίνωση του κ. Τσίπρα οι πολίτες θα θυμηθούν τις στενές σχέσεις, τόσο του ίδιου, όσο και του ΣΥΡΙΖΑ με το εν λόγω καθεστώς».
Ο Σαμαράς και το «μάζεμα»
Καμία έκπληξη δεν προκάλεσε επίσης η παρέμβαση και του Αντώνη Σαμαρά, προκειμένου να στηλιτεύσει τη δήλωση Μητσοτάκη για τη Βενεζουέλα. «Ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να γνωρίζει και να σέβεται το ότι οι αρχές του διεθνούς δικαίου δεν είναι ούτε επιλεκτικές, ούτε τις επικαλούμαστε κατά το δοκούν και με χρονική καθυστέρηση» επεσήμανε ο πρώην πρωθυπουργός, υπενθυμίζοντας ότι «αυτή την απλή αλλά πολύτιμη αλήθεια θα έπρεπε καθημερινά να του θυμίζουν η Κύπρος και οι απειλές εναντίον των νησιών μας, της Θράκης μας και της εθνικής κυριαρχίας μας στο Αιγαίο». Οπως καμία έκπληξη δεν προκάλεσαν, μετά τα παραπάνω, οι κυβερνητικές διαρροές που επιχείρησαν να λειάνουν τις αρχικές εντυπώσεις, υποστηρίζοντας πως η επίσημη ελληνική θέση θα διατυπωθεί στα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η προειδοποιητική Τζιτζικώστα
«Η χθεσινή κατάρρευση του FIR Αθηνών δεν είναι αποδεκτή κατάσταση εν έτει 2026» σχολίαζε κοινοτική πηγή μου χθες, που μου επιβεβαίωσε ότι οι Βρυξέλλες παρακολούθησαν το περιστατικό στο πλαίσιο της ανοιχτής διαδικασίας προσφυγής κατά της Ελλάδας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για τη μη εφαρμογή από το Ελληνικό Δημόσιο απαιτήσεων της ΕΕ για την ασφάλεια της εναέριας κυκλοφορίας που έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί έως το 2020. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή κίνησε διαδικασίες επί παραβάσει κατά της Ελλάδας για καθυστερήσεις στην υιοθέτηση βασικών τεχνολογιών (π.χ. ραντάρ, επικοινωνίες κ.λπ.). Πράγματα που αν είχαν εφαρμοστεί – κατά την ίδια κοινοτική πηγή πάντα – μπορεί να είχαν αποφευχθεί τα χθεσινά γεγονότα. Εξ ου και θα υπάρξει κρούση για να δοθούν εξηγήσεις από τις ελληνικές αρχές για τα επόμενα βήματά τους από την αρμόδια διεύθυνση του χαρτοφυλακίου των Μεταφορών κι Επικοινωνιών, του οποίου προΐσταται ο Απόστολος Τζιτζικώστας. Ελληνας ο επίτροπος, αλλά υπέγραψε τη διαδικασία παραπομπής, μιας και σε θέματα ασφαλείας, ειδικά μετά τα Τέμπη, η ΕΕ τηρεί αυστηρή στάση. Κι εδώ που τα λέμε, καλά κάνει.







