Το περιστατικό είναι πραγματικό: Διεύθυνση μη εξυπηρετούμενων δανείων μεγάλης συστημικής τράπεζας έδωσε, εν μέσω καραντίνας και οικονομικού αποκλεισμού, εντολή σε νομικό γραφείο που συνεργάζεται προκειμένου να στείλει μαζικά κείμενα απειλής κατασχέσεων σε επιχειρήσεις που είχαν λάβει στο παρελθόν δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου και δεν τα εξυπηρετούν. Η υπόθεση είναι παλιά και αφορά δάνεια άνω των 2,5 δισ. ευρώ που βρίσκονται στους ισολογισμούς των τραπεζών και είχαν δοθεί σε ευπαθείς ομάδες ή πληγέντες από φυσικές καταστροφές, δεν εξυπηρετούνται εδώ και χρόνια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πίεζε να πληρωθούν από τον εγγυητή, δηλαδή τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά μπροστά στην άρνηση διαδοχικών κυβερνήσεων το αίτημα αποπληρωμής τους γύρισε στον αρχικό υπόχρεο.

Η ίδια τράπεζα, αλλά και οι υπόλοιπες συστημικές, «γράφοντας στα παλαιότερα των υποδημάτων τους» τις κραυγές υπουργών που τους πιέζουν να εκταμιεύουν σχεδόν χωρίς όρους δάνεια στους πληγέντες της πανδημίας με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, όχι απλά δεν το κάνουν, αλλά τιμολογούν με έως και διψήφιο επιτόκιο τις εν λόγω χρηματοδοτήσεις με βάση το οικονομικό προφίλ της εταιρείας και τις εγγυήσεις που μπορεί να διαθέτει. Παράλληλα, μετράει καθοριστικά και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη – όχι υποχρεωμένη – να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να επιτύχει ελκυστικότερη τιμολόγηση του δανείου.

Προφανώς απομονώνοντας πολλοί τη σημερινή συμπεριφορά των τραπεζών ενδεχομένως να τους έριχναν για πολλοστή φορά ευθύνες για την έλλειψη ρευστότητας στην οικονομία.

Αν ωστόσο προστεθεί στον συλλογισμό η διαχείριση των παλαιότερων δανείων με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, που φόρτωσαν με «κακά» δάνεια τους ισολογισμούς των τραπεζών ροκανίζοντας τα κεφάλαιά τους, τότε ενδεχομένως μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να εμπιστευτεί έναν τόσο αναξιόπιστο εγγυητή, όπως αποδεδειγμένα είναι το ελληνικό κράτος.

Η στάση διαδοχικών κυβερνήσεων στο θέμα ουδόλως, βέβαια, αθωώνει τη σημερινή στάση των τραπεζών που φτάνουν στο σημείο να ζητούν από τις επιχειρήσεις να διαθέτουν ως εγγύηση με τη μορφή μετρητών (cash collateral), για παράδειγμα 10.000 ευρώ εάν θέλουν να εκταμιεύσουν ένα δάνειο της τάξεως των 50.000 ευρώ. Στην παρούσα φάση μάλιστα, αρνούνται εγγύηση ακινήτου, επικαλούμενες ότι οι προσημειώσεις ακινήτων είναι χρονοβόρες και έχουν κόστος για τα πιστωτικά ιδρύματα. Ολα αυτά για δάνεια εγγυημένα κατά 80% από το ελληνικό Δημόσιο, εν προκειμένω από το Ταμείο Εγγυοδοσίας.

Το θέμα είναι ωστόσο πιο σύνθετο και συνδέεται και με την ανάγκη των τραπεζών να εμφανίζουν κάθε χρόνο με κάθε τρόπο υψηλά ποσά κερδοφορίας προκειμένου να «καίνε» τον περίφημο αναβαλλόμενο φόρο, που τους δόθηκε με συγκεκριμένο χρονικό όριο, προκειμένου να ενισχύσει τα εποπτικά τους κεφάλαια, αλλά έχει εξελιχθεί με τα χρόνια σε βραχνά στρεβλούς λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τις τράπεζες εξ αυτού του λόγου τις συμφέρει να κυνηγούν τις προμήθειες και τα σίγουρα κέρδη από τη συμμετοχή τους σε εκδόσεις εντόκων γραμματίων ή ομολόγων, αντί να ασχολούνται με αμιγώς τραπεζικές εργασίες όπως τα δάνεια. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να διακρατούν πολύτιμη ρευστότητα που θα μπορούσε να αλλάξει τον αναπτυξιακό ορίζοντα της χώρας, προκειμένου να «εξαφανίσουν» τον αναβαλλόμενο φόρο και να αποκτήσουν κεφαλαιακή υγεία προσφέροντας ασφάλεια στους μετόχους και τους καταθέτες τους.  

Μιλάμε για έναν φαύλο κύκλο, όπου οι τράπεζες υποκρίνονται ότι διαθέτουν υγιή κεφαλαιακή βάση και θέλουν να δώσουν δάνεια, ενώ η κυβέρνηση υποκρίνεται ότι μπορούν και πρέπει να δίνουν δάνεια στην οικονομία. Το πρόβλημα τόσο για τις τράπεζες όσο και για την κυβέρνηση είναι ότι την ίδια στιγμή υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σε αυτή την υποκρισία και άλλες που φωνάζουν υποκρινόμενες ότι είναι βιώσιμες…

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.