Ίχνη κοκαΐνης που ανιχνεύονται σε ποτάμια και λίμνες φαίνεται πως συσσωρεύονται στον εγκέφαλο των σολομών, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά τους και προκαλώντας ανησυχία για τις επιπτώσεις στους πληθυσμούς των ψαριών, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη.
Νεαροί σολομοί του Ατλαντικού που εκτέθηκαν τεχνητά στην ουσία και στο κύριο προϊόν αποδόμησής της εμφάνισαν αυξημένη κινητικότητα, διανύοντας μεγαλύτερες αποστάσεις και διασκορπιζόμενοι σε ευρύτερες περιοχές μιας λίμνης. Το εύρημα υποδηλώνει ότι τέτοιοι ρύποι μπορούν να επηρεάσουν το πού κινούνται τα ψάρια, τις διατροφικές τους συνήθειες και την ευπάθειά τους στους θηρευτές.
Παρότι δεν είναι απολύτως σαφές πώς οι ρύποι από τα εργοστάσια επεξεργασίας λυμάτων δρουν στα υδάτινα οικοσυστήματα, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι τα ψάρια μπορεί να καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια ή να εκτίθενται περισσότερο σε κινδύνους. Η ανάγκη για περισσότερη τροφή ενδέχεται να τα οδηγεί σε μεγαλύτερη έκθεση στα αρπακτικά.
«Σε μεγάλο βαθμό, δεν γνωρίζουμε τις συνέπειες, αλλά αναμένω να υπάρξουν αντισταθμίσεις», δηλώνει ο Δρ Τζακ Μπραντ από το Σουηδικό Πανεπιστήμιο Γεωπονικών Επιστημών. «Μπορεί να καταλήξουν σε χειρότερη κατάσταση ή να πρέπει να το αντισταθμίσουν αναζητώντας πολύ περισσότερη τροφή, πράγμα που σημαίνει ότι θα περνούν περισσότερο χρόνο εκτεθειμένα».
Αυξανόμενος περιβαλλοντικός κίνδυνος
Οι επιστήμονες έχουν προειδοποιήσει στο παρελθόν ότι η ρύπανση από φαρμακευτικές ουσίες αποτελεί σημαντικό και αυξανόμενο κίνδυνο για τη βιοποικιλότητα. Έχουν επίσης καλέσει τις φαρμακευτικές εταιρείες να αναπτύξουν πιο «πράσινα» φάρμακα που αποδομούνται ευκολότερα στο περιβάλλον.
Οι ανησυχίες εντείνονται από προηγούμενες αναφορές για πέστροφες «εθισμένες» στη μεθαμφεταμίνη και πέρκες που έχασαν τον φόβο τους απέναντι στα αρπακτικά λόγω αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Το 2019, δοκιμές σε γαρίδες γλυκού νερού στο Σάφολκ αποκάλυψαν ίχνη δεκάδων φαρμάκων, μεταξύ των οποίων κοκαΐνη, μεθαμφεταμίνη, αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωσικά, χωρίς όμως να εξαχθούν σαφή συμπεράσματα για τις επιπτώσεις τους.
Η μελέτη στη λίμνη Βέτερν
Για να διερευνήσουν την επίδραση της ρύπανσης από κοκαΐνη, ο Μπραντ και η ερευνητική του ομάδα τοποθέτησαν σε σολομούς του Ατλαντικού εμφυτεύματα που απελευθέρωναν σταδιακά ρεαλιστικά επίπεδα της ουσίας ή του μεταβολίτη της, της βενζοϋλεκγονίνης. Μια τρίτη ομάδα έλαβε εμφυτεύματα χωρίς φάρμακα και αποτέλεσε την ομάδα ελέγχου. Όλα τα ψάρια ήταν εξοπλισμένα με ακουστικούς πομπούς.
Οι σολομοί απελευθερώθηκαν στη νοτιοδυτική γωνία της λίμνης Βέτερν, της δεύτερης μεγαλύτερης στη Σουηδία, όπου ζουν και μεγάλοι λούτσοι. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τις κινήσεις τους για δύο μήνες με αισθητήρες γύρω από τη λίμνη.
Με την πάροδο του χρόνου, όλα τα ψάρια έγιναν λιγότερο δραστήρια, ωστόσο εκείνα που είχαν εκτεθεί στην κοκαΐνη ή στον μεταβολίτη της παρέμειναν πιο ενεργά προς το τέλος της μελέτης. Κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες, οι σολομοί που εκτέθηκαν στην κοκαΐνη κολύμπησαν 5 χιλιόμετρα περισσότερο από την ομάδα ελέγχου, ενώ εκείνοι που εκτέθηκαν στον μεταβολίτη διένυσαν σχεδόν 14 χιλιόμετρα επιπλέον.
Παραδόξως, ο μεταβολίτης είχε τη μεγαλύτερη επίδραση, καθώς τα ψάρια που εκτέθηκαν σε αυτόν μετακινήθηκαν 12 χιλιόμετρα πιο βόρεια από τους υπόλοιπους. «Ήταν πραγματικά ο μεταβολίτης, ο οποίος, όπως γνωρίζουμε, εμφανίζεται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στη φύση, που είχε την πολύ πιο βαθιά επίδραση στη συμπεριφορά και την κίνηση των ψαριών», σημείωσε ο Μπραντ.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι αν οι εκτιμήσεις κινδύνου δεν περιλαμβάνουν ενώσεις όπως οι μεταβολίτες και τα παράγωγα, ενδέχεται να παραβλέπεται σημαντικό μέρος του περιβαλλοντικού κινδύνου για τα ζώα.
Ανάγκη για καλύτερη διαχείριση λυμάτων
Ο καθηγητής Λέον Μπάρον, επικεφαλής της ομάδας αναδυόμενων χημικών ρύπων στο Imperial College του Λονδίνου, υπογράμμισε ότι είναι κρίσιμο να διαπιστωθεί αν παρόμοιες επιδράσεις παρατηρούνται και σε ψάρια που εκτίθενται φυσικά στους ρύπους. Οι επιδράσεις αυτές, τόνισε, πρέπει να συγκριθούν με εκείνες άλλων κοινών χημικών ουσιών που ανιχνεύονται στους υδρόβιους οργανισμούς.
«Η καλύτερη διαχείριση των λυμάτων, και συγκεκριμένα η μείωση των απορρίψεων ακατέργαστων λυμάτων, θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση των κινδύνων για την άγρια φύση και τα οικοσυστήματά της», ανέφερε.
Αν και η υφιστάμενη επεξεργασία λυμάτων απομακρύνει αποτελεσματικά πολλά παράνομα ναρκωτικά, όπως η κοκαΐνη και η βενζοϋλεκγονίνη, μία από τις βασικές πηγές ρύπανσης παραμένουν τα ακατέργαστα λύματα. Αυτά μπορεί να προέρχονται από υπερχείλιση αποχετευτικών συστημάτων κατά τη διάρκεια καταιγίδων ή από λανθασμένες συνδέσεις στις οικιακές εγκαταστάσεις.
Πηγή: Guardian






