Ομοσπονδιακός δικαστής στις Ηνωμένες Πολιτείες έκρινε παράνομο και μη εφαρμόσιμο τον τερματισμό της κρατικής χρηματοδότησης των δημόσιων δικτύων NPR και PBS, που είχε επιβληθεί με εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.
Την 1η Μαΐου 2025, ο αμερικανός πρόεδρος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο έθετε τέλος στην «ομοσπονδιακή χρηματοδότηση του NPR και του PBS», κατηγορώντας τα δύο μέσα ότι διαδίδουν «προπαγάνδα της ριζοσπαστικής αριστεράς με χρήματα των φορολογουμένων». Το διάταγμα αυτό εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση του Λευκού Οίκου με τα δημόσια ΜΜΕ.
Η απόφαση του προέδρου ακολούθησε ψηφοφορία στο Κογκρέσο τον Ιούλιο του 2025, με την οποία καταργήθηκε η χρηματοδότηση ύψους 1,1 δισ. δολαρίων της Corporation for Public Broadcasting (CPB), του οργανισμού που στήριζε οικονομικά το NPR και το PBS.
Μετά από προσφυγές των δύο δημόσιων μέσων, ο ομοσπονδιακός δικαστής Ράντολφ Μος αποφάνθηκε ότι το εκτελεστικό διάταγμα παραβιάζει την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η οποία κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης. Στην απόφασή του σημείωσε πως, αν και η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να επιλέγει τι χρηματοδοτεί, δεν μπορεί να τιμωρεί μέσα ενημέρωσης λόγω των απόψεών τους.
«Η πρώτη τροπολογία χαράσσει μια γραμμή που η κυβέρνηση δεν μπορεί να περάσει: (δεν επιτρέπει) να χρησιμοποιείται η εξουσία του κράτους –συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής εξουσίας– για να ‘τιμωρείται ή να φιμώνεται η έκφραση (απόψεων) που δεν εγκρίνει’», υπογράμμισε ο δικαστής.
Σύμφωνα με την ετυμηγορία, το μήνυμα του Ντόναλντ Τραμπ ήταν «σαφές»: η δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση δεν δικαιούνται πλέον χρηματοδότηση επειδή ο πρόεδρος «δεν ενέκρινε την κάλυψή τους», την οποία θεωρούσε υπερβολικά «προσκείμενη ‘στην αριστερά’».
Περισσότεροι από 40 εκατομμύρια Αμερικανοί ακούν εβδομαδιαίως το NPR, ενώ 36 εκατομμύρια παρακολουθούν μηνιαίως προγράμματα του PBS, σύμφωνα με στοιχεία των ίδιων των οργανισμών.
Αντιδράσεις από Λευκό Οίκο και δημόσια μέσα
Η αναπληρώτρια εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άμπιγκεϊλ Τζάκσον, χαρακτήρισε την απόφαση «γελοία», υποστηρίζοντας πως πρόκειται για ενέργεια «ενός ακτιβιστή δικαστή» που επιχειρεί να υπονομεύσει τον νόμο. «Το NPR και το PBS δεν έχουν κανένα δικαίωμα να λαμβάνουν δημόσια κεφάλαια, και το Κογκρέσο έχει ήδη ψηφίσει υπέρ της κατάργησης της χρηματοδότησής τους», ανέφερε σε γραπτή δήλωσή της.
Αντίθετα, η εκτελεστική πρόεδρος του NPR, Κάθριν Μάχερ, χαιρέτισε τη δικαστική απόφαση ως «νίκη» που επαναβεβαιώνει «τα δικαιώματα του ελεύθερου και ανεξάρτητου Τύπου». «Τα δημόσια μέσα ενημέρωσης υπάρχουν για να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον – αυτό των Αμερικανών – κι όχι κάποιο πολιτικό πρόγραμμα ή κάποιον εκλεγμένο αξιωματούχο», τόνισε.
Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του PBS σχολίασε πως «όπως είχαμε επιχειρηματολογήσει, και όπως επιβεβαίωσε ο δικαστής Μος, αυτό το διάταγμα αποτελεί εγχειριδιακή περίπτωση διάκρισης εξαιτίας απόψεων».
Η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τα ΜΜΕ
Αφότου επέστρεψε στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εντείνει την αντιπαράθεσή του με τα μέσα ενημέρωσης που θεωρεί εχθρικά προς αυτόν, αξιοποιώντας πολιτικά, οικονομικά και νομικά μέσα πίεσης. Η δικαστική αυτή απόφαση αναμένεται να αποτελέσει νέο σημείο αναφοράς στη συζήτηση για τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης στην ενημέρωση και την προστασία της ελευθερίας του Τύπου στις ΗΠΑ.
- Μεταγωγικό αεροσκάφος της Ρωσίας κατέπεσε στην Κριμαία, 29 νεκροί
- Δικαστής απορρίπτει εκτελεστικό διάταγμα του προέδρου των ΗΠΑ Τραμπ για τη διακοπή της χρηματοδότησης της δημόσιας ραδιοφωνίας και τηλεόρασης
- Διαβάστε στα «ΝΕΑ» της Τετάρτης: Τι εξετάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση – Περικοπές στη χρήση πετρελαίου και αερίου






