Ο πόλεμος ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν έχει προκαλέσει, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA), τη μεγαλύτερη αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου που έχει καταγραφεί ποτέ.
Η IEA, η οποία ιδρύθηκε το 1974 ως απάντηση στο εμπάργκο πετρελαίου του 1973, δημιουργήθηκε μετά την απόφαση των αραβικών χωρών – με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία – να μειώσουν την παραγωγή, αντιδρώντας στην υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ κατά τον πόλεμο με την Αίγυπτο και τη Συρία.
Το 1973, οι χώρες που τέθηκαν υπό εμπάργκο αντιμετώπισαν έλλειμμα 4,5 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχούσε τότε περίπου στο 7% της παγκόσμιας προσφοράς.
Σήμερα, το Ιράν έχει περιορίσει δραστικά τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, επιτρέποντας τη διέλευση ελάχιστων πλοίων και σταματώντας τη μεταφορά άνω των 20 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως – ποσοστό που ισοδυναμεί με περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Από την έναρξη του πολέμου, η τιμή του Brent, του διεθνούς δείκτη αναφοράς, εκτινάχθηκε από τα 66 δολάρια το βαρέλι σε πάνω από 100 δολάρια.
Σε μια προσπάθεια περιορισμού των επιπτώσεων, τα 32 κράτη-μέλη της IEA αποφάσισαν την απελευθέρωση 400 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα.
Παράλληλα, η υπηρεσία εξέδωσε οδηγίες προς καταναλωτές και επιχειρήσεις, προτείνοντας λιγότερα ταξίδια, τηλεργασία και χρήση ηλεκτρικής ενέργειας αντί φυσικού αερίου για το μαγείρεμα. Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, όπως σημειώνει, αυξάνουν όχι μόνο την τιμή του αργού, αλλά και του ντίζελ, του πετρελαίου θέρμανσης και των καυσίμων αεροσκαφών.
Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι τα μέτρα αυτά θα έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα εάν η κρίση παραταθεί.
Περισσότερα από πενήντα χρόνια μετά το εμπάργκο του 1973, το Al Jazeera εξετάζει τις ομοιότητες και τις διαφορές με τη σημερινή κατάσταση.
Τι συνέβη το 1973
Στις 6 Οκτωβρίου 1973, η Αίγυπτος και η Συρία εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον του Ισραήλ για να ανακτήσουν εδάφη που είχαν χάσει έξι χρόνια νωρίτερα. Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών το 1967 είχε οδηγήσει στην ισραηλινή κατοχή των Υψιπέδων του Γκολάν, της Χερσονήσου του Σινά, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης και της Ανατολικής Ιερουσαλήμ.
Για να αιφνιδιάσουν το Ισραήλ, οι Αιγύπτιοι και οι Σύροι επέλεξαν την ημέρα του Γιομ Κιπούρ, τη σημαντικότερη εβραϊκή γιορτή, όταν η χώρα σταματά κάθε δραστηριότητα.
Ο βασιλιάς Φαϊζάλ της Σαουδικής Αραβίας είχε προειδοποιήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον ότι η υποστήριξη προς το Ισραήλ θα έθετε σε κίνδυνο τις προμήθειες πετρελαίου. Παρ’ όλα αυτά, ο Νίξον ενέκρινε μεγάλη αερογέφυρα στρατιωτικής βοήθειας.
Στις 17 Οκτωβρίου 1973, οι αραβικές χώρες-μέλη του Οργανισμού Αραβικών Εξαγωγέων Πετρελαίου (OAPEC) αντέδρασαν αυξάνοντας την τιμή του πετρελαίου κατά 70%, μειώνοντας την παραγωγή κατά 5% τον μήνα και επιβάλλοντας εμπάργκο στις ΗΠΑ, την Ολλανδία, την Πορτογαλία και τη Νότια Αφρική.
Εμπάργκο και αναταράξεις
Στις ΗΠΑ, οι εισαγωγές πετρελαίου μειώθηκαν κατά 15%, ενώ οι τιμές εκτινάχθηκαν από λιγότερα από 3 δολάρια το βαρέλι σε πάνω από 12 μέσα σε λίγους μήνες. Οι οδηγοί πλήρωναν έως και 55 σεντς το γαλόνι, ενώ πολλά πρατήρια ξεμείναν από καύσιμα.
Η κυβέρνηση Νίξον επέβαλε περιορισμούς ταχύτητας, δελτίο καυσίμων και καθιέρωσε τη θερινή ώρα όλο τον χρόνο για εξοικονόμηση ενέργειας. Η κρίση έπληξε σοβαρά και την Ευρώπη και την Ιαπωνία, οδηγώντας χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο σε τριήμερη εργασία και απαγόρευση κυκλοφορίας τις Κυριακές.
Η σημερινή ενεργειακή κρίση
Πριν από τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, η τιμή του Brent βρισκόταν στα 66 δολάρια το βαρέλι. Μέσα σε μία εβδομάδα από την έναρξη του πολέμου, ξεπέρασε τα 100 δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 60%.
Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε από λιγότερα από 3 δολάρια το γαλόνι σε πάνω από 5, ενώ σε πολιτείες όπως η Καλιφόρνια έφτασε τα 8 δολάρια. Σε πολλές χώρες της Ασίας και της Αφρικής, οι αυξήσεις ξεπέρασαν το 50%.
Η περιοχή του Κόλπου, όπου βρίσκονται πέντε από τους δέκα μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως, εξάγει μέσω των Στενών του Ορμούζ – του μοναδικού θαλάσσιου διαύλου για τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Από τον πληθωρισμό έως την παγκόσμια ύφεση
Το εμπάργκο του 1973 ήρθη τον Μάρτιο του 1974, αλλά οι οικονομικές του επιπτώσεις διήρκεσαν σχεδόν μια δεκαετία. Ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε, ενώ η ύφεση που ακολούθησε ήταν από τις βαθύτερες της μεταπολεμικής περιόδου.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αύξησε τα επιτόκια στο 12% το 1974 χωρίς να καταφέρει να συγκρατήσει τον πληθωρισμό, οδηγώντας τελικά σε νέα ύφεση στα τέλη της δεκαετίας.
Οι προοπτικές για το μέλλον
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, συνδυασμού υψηλού πληθωρισμού, χαμηλής ανάπτυξης και αυξημένης ανεργίας – φαινόμενο που χαρακτήρισε τη δεκαετία του ’70.
Σε φτωχότερες χώρες, όπου μεγάλο μέρος του εισοδήματος δαπανάται για τρόφιμα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου ενδέχεται να προκαλέσει εκτίναξη των τιμών βασικών αγαθών και ελλείψεις τροφίμων.
Η αντίδραση των κυβερνήσεων
Η IEA ενεργοποίησε τον μηχανισμό έκτακτης ανάγκης, προχωρώντας στη μεγαλύτερη απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων στην ιστορία της. Οι ΗΠΑ συμμετέχουν με 172 εκατομμύρια βαρέλια, ενώ συνολικά τα μέλη διαθέτουν πάνω από 1,2 δισεκατομμύρια.
Παράλληλα, η διοίκηση Τραμπ διέθεσε περισσότερα από 45 εκατομμύρια βαρέλια από τα εθνικά αποθέματα για να συγκρατήσει τις τιμές. Η Κίνα διαθέτει αποθέματα για περίπου 200 ημέρες κατανάλωσης, ενώ πολλές αναπτυσσόμενες χώρες διαθέτουν πολύ μικρότερη «ασπίδα» προστασίας.
Γιατί η κρίση αυτή είναι διαφορετική
Αναλυτές επισημαίνουν ότι, αν και υπάρχουν ιστορικές ομοιότητες με το 1973, η σημερινή κρίση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τότε, η διαταραχή προήλθε από συντονισμένο μπλοκ χωρών, ενώ τώρα από έναν μόνο παράγοντα που ελέγχει κρίσιμο σημείο διέλευσης.
Η διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας μετά το 1973 μείωσε την εξάρτηση από τη Μέση Ανατολή, ωστόσο οι αναπτυσσόμενες αγορές της Ασίας παραμένουν ευάλωτες, καθώς το 80% των εισαγωγών τους διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια νέα ενεργειακή κρίση, που θυμίζει το 1973 αλλά φέρει τα χαρακτηριστικά του 21ου αιώνα: γεωπολιτική αστάθεια, ενεργειακή εξάρτηση και αβέβαιες οικονομικές προοπτικές.





