Ανακάλυψη που αλλάζει τα δεδομένα για την ανθρώπινη εξέλιξη έφερε στο φως διεθνής ερευνητική ομάδα: ο αρχαιολογικός χώρος της Ubeidiya στην κοιλάδα του Ιορδάνη είναι τουλάχιστον 1,9 εκατομμυρίων ετών. Η αναθεωρημένη αυτή χρονολόγηση μεταθέτει πολύ πιο πίσω την παρουσία πρώιμων ανθρώπων στην περιοχή, τοποθετώντας τη Ubeidiya δίπλα στο Dmanisi της Γεωργίας ως ένα από τα αρχαιότερα γνωστά σημεία ανθρώπινης δραστηριότητας εκτός Αφρικής.
Η ανακάλυψη επαναπροσδιορίζει ένα κρίσιμο κεφάλαιο της προϊστορίας, δείχνοντας ότι οι πρώτες ανθρώπινες ομάδες, εξοπλισμένες με ποικιλία λίθινων εργαλείων, είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Λεβαντίνη στις απαρχές της εξόδου του ανθρώπου από την Αφρική.
Την έρευνα καθοδήγησαν ο καθηγητής Ari Matmon του Hebrew University of Jerusalem, ο καθηγητής Omry Barzilai από το University of Haifa και η καθηγήτρια Miriam Belmaker από το University of Tulsa. Η μελέτη τους προσφέρει ακριβέστερη χρονολόγηση για έναν από τους σημαντικότερους προϊστορικούς χώρους που φωτίζουν την πρώιμη ανθρώπινη εξέλιξη.
Συνδυάζοντας τρεις προηγμένες μεθόδους χρονολόγησης, η ομάδα κατέληξε ότι ο χώρος της ‘Ubeidiya στην κοιλάδα του Ιορδάνη χρονολογείται σε τουλάχιστον 1,9 εκατομμύρια χρόνια πριν.
Η νέα αυτή εκτίμηση καθιστά τη ‘Ubeidiya έναν από τους αρχαιότερους γνωστούς χώρους με αποδείξεις ανθρώπινης παρουσίας εκτός Αφρικής.
Οι ερευνητές ενδιαφέρονται εδώ και δεκαετίες για τον σχηματισμό της ‘Ubeidiya, καθώς διατηρεί πρώιμα δείγματα της πολιτισμικής παράδοσης Acheulean, γνωστής για τα μεγάλα διπλοακονισμένα λίθινα εργαλεία της. Τα ευρήματα αυτά συνυπάρχουν με πλούσια συλλογή απολιθωμάτων ζώων από την Αφρική και την Ασία, πολλά από τα οποία έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Ο ακριβής προσδιορισμός της ηλικίας του χώρου υπήρξε επί δεκαετίες δύσκολος. Παλαιότερες εκτιμήσεις τοποθετούσαν τη ‘Ubeidiya μεταξύ 1,2 και 1,6 εκατομμυρίων ετών, βασισμένες όμως κυρίως σε σχετική και όχι απόλυτη χρονολόγηση.
Για να θεμελιώσουν ένα πιο αξιόπιστο χρονικό πλαίσιο, οι επιστήμονες επέστρεψαν στην περιοχή και συνέλεξαν νέα δείγματα, εφαρμόζοντας σύγχρονες τεχνικές που επιτρέπουν τη μελέτη των αρχαίων γεωλογικών στρωμάτων με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Μία από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν είναι η χρονολόγηση μέσω ισοτόπων. Η τεχνική αυτή μετρά σπάνια ισότοπα που σχηματίζονται όταν οι κοσμικές ακτίνες πλήττουν τα πετρώματα στην επιφάνεια της Γης. Όταν τα πετρώματα αυτά θάβονται, τα ισότοπα αρχίζουν να διασπώνται με γνωστούς ρυθμούς, λειτουργώντας σαν φυσικό «γεωλογικό ρολόι». Οι ερευνητές μελέτησαν επίσης ίχνη του αρχαίου μαγνητικού πεδίου της Γης, αποτυπωμένα στα ιζήματα μιας αρχαίας λίμνης της περιοχής. Καθώς τα ιζήματα συσσωρεύονταν, κατέγραφαν την κατεύθυνση του μαγνητικού πεδίου εκείνης της εποχής.
Συγκρίνοντας αυτές τις μαγνητικές υπογραφές με γνωστές αντιστροφές του μαγνητικού πεδίου, οι επιστήμονες κατέληξαν ότι τα στρώματα σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου Matuyama, η οποία ξεκίνησε πριν από περισσότερα από δύο εκατομμύρια χρόνια.
Η ομάδα εξέτασε επίσης απολιθωμένα κελύφη γλυκού νερού του γένους Melanopsis, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο ουρανίου-μολύβδου για να προσδιορίσει την ελάχιστη ηλικία των στρωμάτων που περιείχαν τα λίθινα εργαλεία.
Τα αποτελέσματα όλων των μεθόδων συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η ηλικία του χώρου είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Η νέα χρονολόγηση δείχνει ότι η ‘Ubeidiya είναι τουλάχιστον 1,9 εκατομμυρίων ετών, γεγονός που σηματοδοτεί σημαντική αναθεώρηση στη χρονολογική ακολουθία της πρώιμης ανθρώπινης ιστορίας.
Η ηλικία αυτή αντιστοιχεί χρονικά με τον γνωστό χώρο του Dmanisi στη Γεωργία, υποδηλώνοντας ότι οι πρώτοι άνθρωποι εξαπλώνονταν σε διαφορετικές περιοχές περίπου την ίδια περίοδο.
Τα ευρήματα υποδεικνύουν επίσης ότι δύο διαφορετικές παραδόσεις λίθινων εργαλείων —η απλούστερη Oldowan και η πιο εξελιγμένη Acheulean— εξήχθησαν από την Αφρική εκείνη την εποχή, μεταφερόμενες από διαφορετικές ομάδες ομοειδών ανθρώπων που προσαρμόζονταν σε νέα περιβάλλοντα.
Η μελέτη αντιμετώπισε και ένα σημαντικό επιστημονικό πρόβλημα: οι αρχικές μετρήσεις ισοτόπων έδειχναν ηλικία 3 εκατομμυρίων ετών, σε αντίθεση με τα παλαιομαγνητικά, παλαιοντολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα. Οι ερευνητές έδειξαν ότι τα ιζήματα με ανθρώπινα κατάλοιπα έχουν μακρά ιστορία ανακύκλωσης εντός του ρήγματος της Νεκράς Θάλασσας και κατά μήκος των περιθωρίων του.
Όπως εξήγησαν, «το μοντέλο έκθεσης-ταφής υποδηλώνει ανακύκλωση ιζημάτων που είχαν προηγουμένως αποτεθεί και ταφεί στην κοιλάδα του ρήγματος και στη συνέχεια επαναποτέθηκαν κατά μήκος της παλαιάς ακτογραμμής της λίμνης ‘Ubeidiya».
Πηγή: scitechdaily.com





