Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής αποτυπώνουν μια πραγματικότητα αμείλικτη: Ο πληθυσμός συρρικνώνεται και η υπογεννητικότητα παγιώνεται. Μάλιστα, πίσω από τους αριθμούς κρύβονται ιστορίες αναβολής και αβεβαιότητας. Νέα ζευγάρια που διστάζουν μπροστά στο κόστος ζωής, νέοι που έφυγαν στο εξωτερικό, αναζητώντας σταθερότητα, γυναίκες που μεταθέτουν τη μητρότητα σε μια εποχή όπου η εργασία σπάνια «συγχωρεί» και διευκολύνει τα προσωπικά όνειρα.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς αριθμητικό. Αν δεν αναστραφεί η πορεία, η Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών θα είναι μικρότερη, γηραιότερη και πιο επιβαρυμένη οικονομικά. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει χρόνος.
Διαβάστε ακόμα: Γάμος με… επιδότηση: Ποια χώρα μοιράζει κουπόνια για να σωθεί η υπογεννητικότητα
Στο 3ο τεύχος της σειράς PopNews του Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες, απαντώνται δυο ερωτήματα που συχνά επανέρχονται στο δημόσιο διάλογο: Είναι δυνατόν να αυξηθούν οι γεννήσεις και η γονιμότητα των γενεών τις επόμενες δεκαετίες στην Ελλάδα; Ποιες οι προσήκουσες πολιτικές και τα όρια τους;
Σύμφωνα με τον καθηγητή (αφ) Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος του ΙΔΕΜ, Βύρων Κοτζαμάνη, η επιτάχυνση της μείωσης των γεννήσεων μετά το 2006 (από 117.000 το 2007-08 σε λιγότερες σε 65.500 το 2025) οφείλεται προφανώς και στη συρρίκνωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχονται τα τελευταία χρόνια σχεδόν οι 9 από τις 10 γεννήσεις.
«Ο πληθυσμός των γυναικών της ομάδας αυτής μειώθηκε κατά 27% ανάμεσα στο 2007 και το 2025, εξαιτίας κυρίως της μετά το 1980 κατάρρευσης των γεννήσεων και, δευτερευόντως, εξαιτίας της μαζικής φυγής στο εξωτερικό μετά το 2010 ατόμων των ιδίων ηλικιακών ομάδων», αναφέρει ο κ Κοτζαμάνης. Μάλιστα, οι μετά το 1960 γενεές εκτός του ότι αποκτούν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν και σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (26 έτη όσες γεννήθηκαν το 1960, 31,5 όσες γεννήθηκαν το 1985). Έτσι το ποσοστό των γεννήσεων από μητέρες μικρότερες των 25 ετών από 28% το 1960 έχει μειωθεί στο 10,4% σήμερα, ενώ αυτό των 40 και άνω από 3,8% το 1960 αυξήθηκε στο 10,7% το 2023.
«Η μείωση, δε, της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και μετέπειτα συνδυάζεται και με την προοδευτική αύξηση των γυναικών/ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά (των ποσοστών δηλαδή ατεκνίας) που από 13-14% στις γενεές του 1960 αγγίζει στο 24% στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985. Η αύξηση των ποσοστών αυτών σε συνδυασμό με την συνεχή μικρή μείωση των πιθανοτήτων όσων έχουν ένα πρώτο παιδί να κάνουν ένα δεύτερο, και, όσων έχουν κάνει ένα δεύτερο να κάνουν ένα τρίτο οδήγησε και στη σημαντική μείωση στη χώρα μας του πλήθους των γυναικών με 3 παιδιά και άνω (από 300 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1955-60, σε 130 στις 1.000 γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω στο 1985)».
Βάζοντας κάτω τους αριθμούς, επάνοδος των γεννήσεων τις επόμενες δεκαετίες στα επίπεδα της περιόδου 2011-2020, δηλαδή 92.000 γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο, είναι αδύνατη καθώς ο πληθυσμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας θα συνεχίσει να μειώνεται. «Η μείωση αυτή δεν θα επιτρέψει στις γεννήσεις να επανέλθουν στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας, ακόμη και αν στο μέλλον οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας αυξηθούν», σημειώνει ο καθηγητής (αφ) Δημογραφίας.
Ωστόσο, εάν η επάνοδος των γεννήσεων στα επίπεδα του 2011-20 είναι ανέφικτη, η επιβράδυνση της μείωσής τους και, στη συνέχεια, η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν είναι εφικτή. Με ποιες προϋποθέσεις; «Αρχικά, εάν επιβραδυνθεί η μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχεται σχεδόν το 90% των γεννήσεων κάθε έτους χάρη σε ένα θετικότατο μεταναστευτικό ισοζύγιο – περισσότεροι είσοδοι στη χώρα μας από εξόδους στις ηλικίες αυτές – την επόμενη 35ετία. Και δεύτερον, εάν αυξηθεί η γονιμότητα των νεότερων γενεών, αν δηλαδή αυξηθεί ο αριθμός των παιδιών που αυτές θα αποκτήσουν από 1,45 στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 παιδιά σε αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη του 2010. Αυτό απαιτεί προφανώς το κλείσιμο του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική γονιμότητα με την δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί».






