Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός δεν είναι απλώς μια πρακτική λύση για τη διαχείριση χρημάτων μεταξύ συγγενών ή συντρόφων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αποδειχθεί και κρίσιμος παράγοντας στον τρόπο με τον οποίο φορολογούνται – ή δεν φορολογούνται – οι καταθέσεις μετά τον θάνατο ενός εκ των συνδικαιούχων. Πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έρχεται να ξεκαθαρίσει πότε το Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα να επιβάλει φόρο κληρονομιάς, φωτίζοντας ένα νομικό «παράθυρο» που λίγοι γνωρίζουν αλλά πολλοί θα ήθελαν να έχουν υπόψη τους.
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να επιβάλει φόρο κληρονομιάς στις καταθέσεις που βρίσκονται ήδη σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, όταν ένας από τους συνδικαιούχους αποβιώσει. Η απόφαση αφορά τις περιπτώσεις όπου ο λογαριασμός έχει ανοιχθεί με τον ειδικό όρο του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο, με τον θάνατο ενός δικαιούχου, η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους.
Η υπόθεση εξετάστηκε από το Τμήμα 11ο (Μονομελές) του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με αριθμό απόφασης 11969/2024 και πρόεδρο τον Σπυρίδωνα Παπαδοκωστάκη, Πρωτοδίκη ΔΔ.
Σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, η απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς προβλέπεται από το άρθρο 25 παρ. 2 περ. γ του ν. 2961/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 5638/1932 για τους κοινούς λογαριασμούς (Compte Joint ή Joint Account). Με βάση το σκεπτικό, όταν υπάρχει ο πρόσθετος όρος ότι με τον θάνατο ενός δικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες, τότε δεν προκύπτει φορολογητέα μεταβίβαση περιουσίας λόγω κληρονομιάς.
Η ερμηνεία του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, δεν χωρεί υποκατάσταση των κληρονόμων του έναντι της τράπεζας. Οι κληρονόμοι δεν μπορούν να στραφούν κατά του πιστωτικού ιδρύματος, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς τη συναίνεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης θεωρείται εις ολόκληρον δανειστής και δύναται να εισπράξει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης. Οι κληρονόμοι του θανόντος μπορούν να διεκδικήσουν το μερίδιό τους μόνο από τον επιζώντα καταθέτη, βάσει των εσωτερικών σχέσεων μεταξύ των συνδικαιούχων. Αν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες, και οι κληρονόμοι δεν έχουν δικαίωμα αξίωσης επί αυτής.
Ο ρόλος της φορολογικής αρχής
Το Πρωτοδικείο υπογράμμισε ότι για να ισχύσει η απαλλαγή από τον φόρο κληρονομιάς, πρέπει να διαπιστώνεται από τον αρμόδιο Έφορο ότι πρόκειται πράγματι για κοινό λογαριασμό με τον συγκεκριμένο όρο. Ο έλεγχος αυτός διενεργείται στο πλαίσιο των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της φορολογικής διοίκησης και αφορά τους όρους της σχετικής τραπεζικής σύμβασης.
Η συγκεκριμένη υπόθεση
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η κληρονομούμενη, με δημόσια διαθήκη, όρισε εκτελέστρια την προσφεύγουσα, ενώ κατέλειπε σε τρίτα πρόσωπα χρηματικά ποσά από τις τραπεζικές της καταθέσεις. Παράλληλα, προέβλεψε ότι το υπόλοιπο των καταθέσεων θα περιερχόταν στην εκτελέστρια, ως συνδικαιούχο του λογαριασμού.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσφεύγουσα ήταν ήδη δικαιούχος του λογαριασμού και ότι στους όρους του πιστωτικού ιδρύματος περιλαμβανόταν ρήτρα περί αυτοδίκαιης περιέλευσης της κατάθεσης στον επιζώντα, έκρινε ότι το ποσό που δηλώθηκε στη δήλωση φόρου κληρονομιάς εξαιρείται από τη φορολόγηση.
Η απόφαση αυτή του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών επιβεβαιώνει τη νομολογιακή γραμμή σύμφωνα με την οποία οι κοινές τραπεζικές καταθέσεις με τον όρο του ν. 5638/1932 απαλλάσσονται από τον φόρο κληρονομιάς, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις.





