Υπάρχει μια συγκεκριμένη ώρα μέσα στην εργάσιμη ημέρα που το σώμα και το μυαλό συνωμοτούν. Το άγχος κορυφώνεται, η συγκέντρωση πέφτει και ο εγκέφαλος ζητά επειγόντως ανταμοιβή. Για δεκαετίες, η λύση βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά: μια μηχανή vending γεμάτη γλυκά, μπισκότα, σοκολάτες και πατατάκια. Ένα γρήγορο «χτύπημα» ζάχαρης και λίπους, αρκετό για να δώσει στιγμιαία ενέργεια και ντοπαμίνη, αλλά και για να φορτώσει τον οργανισμό με θερμίδες και ουσίες που δεν χρειάζεται.
Αυτό το σκηνικό, τόσο οικείο σε γραφεία, νοσοκομεία, σχολεία και δημόσιες υπηρεσίες, ετοιμάζεται να αλλάξει ριζικά. Το ισπανικό Υπουργείο Καταναλωτή πρωτοπορεί και προωθεί νέο Βασιλικό Διάταγμα, το οποίο υποχρεώνει τις μηχανές αυτόματης πώλησης να προσφέρουν κατά κύριο λόγο υγιεινά και φυσικά προϊόντα. Όχι ως σύσταση, αλλά ως νομική υποχρέωση. Η εποχή της ανεξέλεγκτης ζάχαρης στο vending φαίνεται πως φτάνει στο τέλος της.
Η φιλοσοφία του νέου πλαισίου είναι ξεκάθαρη: το «τσιμπολόγημα» ανάμεσα στα γεύματα δεν χρειάζεται να ταυτίζεται με υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Το διάταγμα, που βρίσκεται ήδη σε φάση δημόσιας διαβούλευσης, χαράσσει μια συγκεκριμένη γραμμή για το τι θεωρείται αποδεκτό σε χώρους δημόσιας ευθύνης, αλλά και σε ιδιωτικά κέντρα φροντίδας ή εξαρτώμενων ατόμων. Στόχος δεν είναι η τιμωρία του καταναλωτή, αλλά η αλλαγή περιβάλλοντος: να γίνει η υγιεινή επιλογή η εύκολη και ορατή επιλογή.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο λεγόμενος «κανόνας του 80%». Σύμφωνα με αυτόν, η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων που θα φιλοξενούνται στις μηχανές vending –και μάλιστα στις κεντρικές, πιο ορατές θέσεις– θα πρέπει να ανήκει σε μια σαφώς καθορισμένη κατηγορία: νερό, φρέσκα φρούτα και λαχανικά, ανάλατοι ή χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι ξηροί καρποί, γαλακτοκομικά χωρίς προσθήκη ζάχαρης, γιαούρτια, ζυμωμένα γαλακτοκομικά, σάντουιτς με λαχανικά και άπαχα κρέατα ή ψάρι, ψωμί ολικής άλεσης με τουλάχιστον 50% αλεύρι ολικής, σούπες λαχανικών και φυσικοί χυμοί χωρίς προσθήκη ζάχαρης.
Με απλά λόγια, το vending καλείται να μοιάζει λιγότερο με μίνι περίπτερο και περισσότερο με μικρό ψυγείο ισορροπημένων επιλογών. Η εικόνα της σαλάτας δίπλα στο αναψυκτικό δεν θα είναι πια εξαίρεση, αλλά κανόνας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα εξαφανίζονται. Όσα παραμείνουν, όμως, θα ζουν στο «κάτω ράφι» – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα προϊόντα που δεν πληρούν τα αυστηρά διατροφικά κριτήρια θα μπορούν να τοποθετούνται μόνο στις λιγότερο ορατές θέσεις και μόνο εφόσον σέβονται συγκεκριμένα όρια: έως 200 θερμίδες ανά μερίδα, λιγότερο από 35% λιπαρά, μηδενικά τρανς λιπαρά, έως 10% προστιθέμενα σάκχαρα. Η λογική είναι απλή: αν κάποιος θέλει το «κάτι παραπάνω», θα το βρει, αλλά δεν θα του κλείνει το μάτι σε ύψος ματιών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον καφέ, τον πιο πιστό σύμμαχο της εργασιακής καθημερινότητας. Οι αυτόματες μηχανές θα σερβίρουν καφέ χωρίς ζάχαρη ως προεπιλογή, ενώ η μέγιστη επιτρεπόμενη ποσότητα προστιθέμενης ζάχαρης θα περιορίζεται στα 5 γραμμάρια. Μια μικρή αλλαγή στη ρύθμιση, με μεγάλο όμως συμβολισμό: η συνήθεια δεν καταργείται, αλλά επαναπροσδιορίζεται.
Οι ειδικοί στον τομέα της διατροφής υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι το πρόβλημα δεν είναι το ενδιάμεσο γεύμα, αλλά η ποιότητά του. Ένα φρούτο, λίγοι ξηροί καρποί, ένα γιαούρτι ή λίγο ψωμί ολικής άλεσης μπορούν να ελέγξουν την πείνα, να σταθεροποιήσουν το σάκχαρο και να προσφέρουν πραγματική ενέργεια, χωρίς τις απότομες αυξομειώσεις που προκαλούν τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Η μεσογειακή διατροφή, άλλωστε, βασίζεται στην ισορροπία και τη συχνή κατανάλωση απλών, φυσικών τροφών.
Το νέο πλαίσιο δεν υπόσχεται θαύματα ούτε επιβάλλει ασκητισμό. Υπόσχεται όμως κάτι ίσως πιο ουσιαστικό: μια αλλαγή κουλτούρας. Στους χώρους όπου περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας, η τροφή παύει να είναι μηχανική ανταμοιβή άγχους και γίνεται συνειδητή επιλογή φροντίδας.







