Η Γερμανία, γνωστή διεθνώς για την αποτελεσματικότητα και την οργάνωσή της, αντιμετωπίζει μια σοβαρή κρίση στο σύστημα υγείας της. Σύμφωνα με στοιχεία, ένας στους τέσσερις γιατρούς εγκαταλείπει το επάγγελμα, ενώ οι απεργίες και τα κλειστά ιατρεία πολλαπλασιάζονται.
Παρά την εικόνα του άψογου συστήματος, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι παρατεταμένες απεργίες των γιατρών τον Δεκέμβριο αποκάλυψαν τις δύσκολες συνθήκες εργασίας και τα χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν τον κλάδο.
Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται μόνο στη Γερμανία. Γιατροί στη Σλοβενία, την Πορτογαλία, την Ιταλία και τη Βρετανία έχουν επίσης προχωρήσει σε κινητοποιήσεις, ζητώντας καλύτερους όρους εργασίας και δίκαιες αμοιβές.
Η κρίση αυτή έρχεται τη στιγμή που η κυβέρνηση συνασπισμού του καγκελαρίου Όλαφ Σολτς αντιμετωπίζει εσωτερικές πιέσεις από αγροτικές κινητοποιήσεις, οικονομική στασιμότητα και την άνοδο της ακροδεξιάς.
Τον Ιανουάριο, ο υπουργός Υγείας Karl Lauterbach συναντήθηκε με εκπροσώπους του ιατρικού κλάδου, αναζητώντας λύσεις. Ωστόσο, πολλοί επαγγελματίες εμφανίζονται δύσπιστοι. Ο πρόεδρος της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Γιατρών Dr Dirk Heinrich προειδοποίησε ότι, αν δεν υπάρξει άμεση δράση, η κατάσταση θα επιδεινωθεί περαιτέρω. Όπως δήλωσε, «η έλλειψη γιατρών είναι ένα επίμονο πρόβλημα που δεν θα εξαλειφθεί εύκολα».
Συνταξιοδότηση και διάδοχοι
Περίπου 80.000 γιατροί στη Γερμανία είναι άνω των 60 ετών, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης διαδόχων. Ο γυναικολόγος Dr Peter Rott από το Βερολίνο προειδοποιεί πως το επάγγελμα έχει γίνει «μη ελκυστικό», με 150 ιατρεία να κλείνουν πέρυσι επειδή δεν βρέθηκαν αντικαταστάτες.
Τα επόμενα τρία χρόνια αναμένεται να κλείσουν 5.000 έως 8.000 ιατρεία γενικής ιατρικής, κυρίως λόγω συνταξιοδότησης. Παράλληλα, νέοι γιατροί ζητούν εκσυγχρονισμό και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη βελτίωση της αποδοτικότητας.
Ο φοιτητής ιατρικής Laurin Gerdes πρότεινε την ενσωμάτωση συνταξιούχων γιατρών μέσω τηλεϊατρικής, ενώ άλλοι ζητούν καλύτερες απολαβές και νέες τεχνολογικές λύσεις για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη προσωπικού.
Η σκιά της συριακής μετανάστευσης
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται και ένα παράδοξο: η πολιτικά φορτισμένη συζήτηση για τη συριακή μετανάστευση, τη στιγμή που χιλιάδες Σύροι γιατροί «κρατούν όρθιο» το γερμανικό σύστημα υγείας.
Η ίδια η γερμανική πολιτεία παραδέχεται ότι χωρίς γιατρούς και νοσηλευτές από το εξωτερικό –και ειδικά από τη Συρία– πολλά νοσοκομεία και κλινικές στην περιφέρεια δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν κανονικά. Οι Σύροι αποτελούν πλέον το μεγαλύτερο μεμονωμένο γκρουπ ξένων γιατρών στη Γερμανία, με πάνω από 6.000 ιατρούς να εργάζονται στο σύστημα υγείας και τουλάχιστον 5.000 μόνο στα νοσοκομεία, ενώ συνολικά –αν προστεθούν όσοι έχουν αποκτήσει γερμανική υπηκοότητα– εκτιμάται ότι φτάνουν ή και ξεπερνούν τις 10.000. Η παρουσία τους δεν είναι απλώς συμπληρωματική: σε πολλές κλινικές και αγροτικά νοσοκομεία καλύπτουν κρίσιμες βάρδιες, ειδικότητες υψηλής ζήτησης και κενά που οι Γερμανοί απόφοιτοι ιατρικών σχολών αποφεύγουν, αναζητώντας καλύτερες αμοιβές και συνθήκες σε ΗΠΑ, Ελβετία ή Σκανδιναβία.
Παράλληλα, οι δημογραφικές τάσεις λειτουργούν σαν «τέλειος κυκλώνας». Ο πληθυσμός γηράσκει, οι ανάγκες σε χρόνιες θεραπείες, νοσηλείες και φροντίδα αυξάνονται, και την ίδια στιγμή μεγάλο τμήμα των Γερμανών γιατρών πλησιάζει στη συνταξιοδότηση, χωρίς να υπάρχει επαρκής νέα γενιά να καλύψει τα κενά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, η Ευρώπη κινδυνεύει μέχρι το 2030 να αντιμετωπίσει έλλειμμα σχεδόν ενός εκατομμυρίου εργαζομένων στον χώρο της υγείας, ενώ η Γερμανία ανήκει στις χώρες με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από αλλοδαπό προσωπικό. Στη γερμανική περίπτωση, η έλλειψη αυτή μεταφράζεται ήδη σε μεγαλύτερους χρόνους αναμονής, κλείσιμο μαιευτικών κλινικών στην περιφέρεια και αυξανόμενη πίεση στα επείγοντα, γεγονός που έχει και σαφή οικονομικό αντίκτυπο: περισσότερες εισαγωγές, μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλειών, χαμηλότερη παραγωγικότητα, αλλά και αύξηση των ασφαλιστικών δαπανών.
Ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη
Ο φοιτητής Peter Schreiber υπογράμμισε την ανάγκη αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης πέρα από τη ραδιολογία, ώστε να μειωθούν οι διοικητικές υποχρεώσεις. Ωστόσο, ο Dr Rott σημείωσε ότι η τεχνολογία δεν είναι ακόμη ώριμη και πως οι ασθενείς εξακολουθούν να πρέπει να προσέρχονται αυτοπροσώπως για βασικές διαδικασίες, όπως η ανανέωση συνταγών.
Η κατάργηση του «μπόνους νέου ασθενούς» από τον υπουργό Lauterbach έχει επίσης προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς πολλά ιατρεία αρνούνται πλέον να δεχθούν νέους ασθενείς λόγω υπερφόρτωσης.
Χαμηλές αμοιβές και αυξημένα κόστη
Σύμφωνα με τον Dr Rott, οι περισσότεροι γιατροί στη Γερμανία είναι αυτοαπασχολούμενοι και καλύπτουν οι ίδιοι τα έξοδα προσωπικού και εξοπλισμού, που μπορεί να ξεπερνούν τις 40.000 ευρώ τον μήνα. Μετά τους φόρους, το καθαρό ετήσιο εισόδημα φτάνει περίπου τις 70.000 ευρώ, ενώ οι καθυστερημένες πληρωμές μειώνουν επιπλέον τα έσοδα.
Ο ίδιος τόνισε ότι οι δηλώσεις του υπουργού περί ετήσιων απολαβών 146.000-230.000 ευρώ αφορούν μόνο ειδικότητες όπως ραδιολόγους ή ορθοπεδικούς, όχι τη μεγάλη πλειονότητα των γιατρών.
Αφόρητες συνθήκες εργασίας
Ο Dr Heinrich προειδοποίησε ότι οι συνθήκες εργασίας γίνονται πλέον αφόρητες και πως «το σύστημα φροντίδας κινδυνεύει να καταρρεύσει μέσα στο έτος». Πολλοί νέοι γιατροί επιλέγουν ήδη να εργαστούν σε χώρες όπως η Δανία, η Σουηδία και η Ελβετία, όπου οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές και οι απολαβές υψηλότερες.
Η κρίση στο γερμανικό σύστημα υγείας αποτελεί προειδοποιητικό καμπανάκι για ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και η έλλειψη ιατρικού προσωπικού απειλούν τη βιωσιμότητα της δημόσιας περίθαλψης.







