Ένα νέο κεφάλαιο στη συζήτηση για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία των πολιτικών κομμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση άνοιξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καταγράφοντας επίσημα μια Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών που ζητά την ενίσχυση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου.
Η πρωτοβουλία στοχεύει στην επιβολή αυστηρότερων απαιτήσεων σε ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, εσωτερικής διακυβέρνησης, δεοντολογίας, διαδικασιών λήψης αποφάσεων και χρηματοδότησης, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ευρωπαϊκών κονδυλίων σε κόμματα και πολιτικά ιδρύματα.
Η Κομισιόν διευκρίνισε ότι, έπειτα από λεπτομερή νομικό έλεγχο, έκρινε πως η πρωτοβουλία πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός για τις Ευρωπαϊκές Πρωτοβουλίες Πολιτών. Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι σε αυτή τη φάση δεν εξετάζεται η ουσία των προτάσεων και ότι η καταχώριση δεν προδικάζει ούτε τη μελλοντική στάση της Επιτροπής ούτε τις ενδεχόμενες πολιτικές ή νομοθετικές πρωτοβουλίες που μπορεί να ακολουθήσουν.
Στο κείμενο της πρωτοβουλίας, οι διοργανωτές συνδέουν άμεσα το αίτημά τους με την «αυξανόμενη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην πολιτική». Όπως επισημαίνουν, παρά τα βήματα που έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον αγώνα κατά της διαφθοράς, εξακολουθεί να απουσιάζει ένα κοινό ηθικό και δεοντολογικό πλαίσιο για την αξιολόγηση όσων λαμβάνουν δημόσιες αποφάσεις.
Χρησιμοποιούν μάλιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ενώ για την απόκτηση άδειας οδήγησης απαιτούνται θεωρητικές, πρακτικές και ιατρικές εξετάσεις, για τη διακυβέρνηση ενός κράτους δεν υφίστανται αντίστοιχες αξιολογήσεις ηθικής ή γνωστικής επάρκειας.
Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας κάνουν λόγο για μια «παράδοξη λογική» που κυριαρχεί συχνά στους εσωτερικούς μηχανισμούς των κομμάτων, όπου η δημοφιλία υπερισχύει της ικανότητας και η εικόνα της ευθύνης.
Παράλληλα, επιχειρούν να προλάβουν τις επικρίσεις περί παρέμβασης στην πολιτική αυτονομία, διευκρινίζοντας ότι η πρόταση δεν επιβάλλει κριτήρια επιλογής υποψηφίων.
Αντίθετα, περιορίζεται στην ενίσχυση της διαφάνειας και της λογοδοσίας των εσωτερικών διαδικασιών, συνδέοντάς τες αποκλειστικά με την πρόσβαση σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Συγκεκριμένα, η πρωτοβουλία ζητά να υποχρεωθούν τα κόμματα και τα συνδεδεμένα ιδρύματά τους να δημοσιοποιούν τα κριτήρια επιλογής και τις διαδικασίες που ακολουθούν για την ανάδειξη των εκπροσώπων τους.
Προτείνεται επίσης η καθιέρωση τακτικών ελέγχων για ανήθικες ή αδιαφανείς πρακτικές, ενισχύοντας έτσι τη δημόσια εποπτεία χωρίς να αλλοιώνεται –κατά τους συντάκτες– η εσωτερική δημοκρατική λειτουργία των κομματικών οργανισμών.
Η διαδικασία, ωστόσο, βρίσκεται ακόμη στην αρχή.
Για να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εξετάσει επί της ουσίας την πρόταση, απαιτείται η συγκέντρωση τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου υπογραφών από πολίτες της ΕΕ, με ελάχιστα όρια συμμετοχής σε τουλάχιστον επτά κράτη-μέλη. Οι διοργανωτές έχουν στη διάθεσή τους έξι μήνες για να ξεκινήσουν τη συλλογή υπογραφών και συνολικά δώδεκα μήνες για να φτάσουν το απαιτούμενο όριο.
Αν ο στόχος επιτευχθεί, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα είναι υποχρεωμένη να τοποθετηθεί επισήμως, εξηγώντας αν και με ποιον τρόπο σκοπεύει να ανταποκριθεί στο αίτημα.
Όπως υπενθύμισε πάντως το εκτελεστικό όργανο της ΕΕ, το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας εκφράζει αποκλειστικά τις απόψεις των διοργανωτών της και δεν αντικατοπτρίζει κατ’ ανάγκη τη θέση της Επιτροπής.
Σε μια περίοδο όπου η κρίση εμπιστοσύνης προς τα πολιτικά συστήματα παραμένει έντονη, η πρωτοβουλία αυτή λειτουργεί ως ένδειξη ότι το ζήτημα της διαφάνειας στα κόμματα δεν αφορά πλέον μόνο την εθνική πολιτική σκηνή, αλλά αποκτά ξεκάθαρα ευρωπαϊκή διάσταση.
Το αν θα μετατραπεί σε ουσιαστική αλλαγή ή θα μείνει σε επίπεδο θεσμικού αιτήματος, θα κριθεί από την κινητοποίηση των πολιτών – και από τη βούληση των Βρυξελλών να μεταφράσουν τη λαϊκή πίεση σε κανόνες.







