Με τη λέξη «ενοχή» σφράγισε την αγόρευση της η εισαγγελέας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας ενώπιον του οποίου δικάζονται σε δεύτερο βαθμό οι δύο πρώην προστατευόμενοι μάρτυρες στην υπόθεση της Novartis, Φιλίστορας Δεστεμπασίδης και Μαρία Μαραγγέλη, οι οποίοι είχαν αντίστοιχα τις κώδικες ονομασίες «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση».
Η εισαγγελική λειτουργός σταθμίζοντας όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και όσα έγιναν στη δευτεροβάθμια δίκη που εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς λόγω του επικείμενου κινδύνου της παραγραφής απευθυνόμενη προς τους δικαστές που σε εκλογές μέρες θα εκδώσουν την ετυμηγορία τους ζήτησε να κηρύξουν ενόχους και του δύο κατηγορούμενους αναφορικά με τα αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδους καταμύνησης. Παράλληλα η εισαγγελέας άφησε αιχμές και για τους εισαγγελείς Διαφθοράς που είχαν χειριστεί τη σχετική δικογραφία για την πολύκροτη υπόθεση , αλλά και για μερίδα ΜΜΕ «που με πηχαίους τίτλους έγραφαν τους πιάσαμε».
«Ζητώ την καταδίκη των δύο κατηγορουμένων έχουν ευθύνη αλλά όχι την πλήρη ευθύνη για τη δολοφονία χαρακτήρων των πολιτικών προσώπων», είπε η εισαγγελέας ζητώντας την ενοχή των Δεστεμπασίδη και Μαραγγέλη όπως και πρωτοδίκως με εξαίρεση δυο πράξεις ψευδούς καταμήνυσης για τις οποίες έχει ήδη ανοίξει το “παράθυρο” της παραγραφής . Η πρώτη αφορά κατάθεση της Μαρίας Μαραγγέλη σε βάρος του Ανδρέα Λοβέρδου και η δεύτερη και πάλι την εν λόγω κατηγορούμενη για τα όσα είχε καταθέσει σε βάρος του Μάριου Σαλμά. «Για την πράξη της ψευδούς καταμήνυσης του 2017 που αφορά στον κ. Λοβέρδο η δίωξη έχει παύσει ήδη λόγω παραγραφής. Το ίδιο ισχύει και για τον κ. Σαλμα καθώς σήμερα λαμβάνει χώρα η παραγραφή και του συγκεκριμένου αδικήματος», τόνισε η εισαγγελέας.
«Δεν προκύπτει κανένα αποδεικτικό μέσο που να αφορά σε χρηματισμό πολιτικού προσώπου και αυτό είναι αξιοπερίεργο. Εάν ο κ. Φρουζής είχε τόσο εμπιστοσύνη στην κατηγορούμενη Μαρία Μαραγγέλη για ποιο λόγο δεν υπάρχει ένα αποδεικτικό στοιχείο για όσα εκείνη κατέθεσε» είπε χαρακτηριστικά η εισαγγελέας για να προσθέσει: «Η κατηγορούμενη μίλησε για μεθόδευση και για πληρωμές αλλά είναι αξιοπερίεργο ότι καταθέτει τα όσα καταθέτει χωρίς να προσκομίζει ούτε ένα στοιχείο».
Σκιαγραφώντας μάλιστα το πορτρέτο του άλλοτε ισχυρού άνδρα της Novartis, Κ. Φρουζή, τον οποίο έχουν κατονομάσει οι κατηγορούμενοι ως πηγή των πληροφοριών τους, η εισαγγελέας έκανε λόγο για μια «σκοτεινή προσωπικότητα».
«Ο Κων. Φρουζής ήταν μια σκοτεινή προσωπικότητα, έχει περιγραφεί ως άφιλος, φιλόδοξος και ειπώθηκε ότι δεν ήταν εύκολα προσβάσιμος. Είναι αξιοπερίεργο το πώς άνοιγε εύκολα το στόμα του…», τόνισε η εισαγγελική λειτουργός και συμπλήρωσε πάντως στο δικαστήριο ο Φρουζής εμφανίστηκε πιο «μαζεμένος» από τις περιγραφές.
Κατά την εισαγγελέα, «το στοιχείο που ενώνει τις καταθέσεις των δυο κατηγορουμένων για τα πολιτικά πρόσωπα είναι το πρόσωπο του Φρουζή», ο οποίος ανέφερε στη δίκη πως «ως αντιπρόεδρος της εταιρίας Novartis, και μέσω και της προεδρίας στο ΣΦΕΕ συνομιλούσε με πολιτικά πρόσωπα». Έτσι, σύμφωνα με την εισαγγελέα «τα πολιτικά πρόσωπα δεν μπορούσαν να του αρνηθούν συνάντηση, ήταν ένας άνθρωπος που άλλαζε καπέλα. Προωθούσε τα συμφέροντα της εταιρίας που δούλευε εκμεταλλευόμενος και τη θέση του στο ΣΦΕΕ. Η χώρα, όπως κατατέθηκε εδώ, ήταν ο παράδεισος του φαρμάκου. Ο Φρουζής προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση και δεδομένης της δύσκολης περιόδου που βίωνε η χώρα και υπήρχε ανάγκη για συνομιλία με ανθρώπους της αγοράς. Πάντως τίποτα δεν διασφαλίζει ότι αυτά που έλεγε ο Φρουζής, ο οποίος έφυγε από την εταιρία λόγω οικονομικών ατασθαλιών, ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα».
Στη συνέχεια, ο προβολέας της Εισαγγελέως στράφηκε στη Μαρία Μαραγγέλη και όσα εκείνη νωρίτερα υποστήριξε απολογούμενη περί «βράβευσής» της στις ΗΠΑ καθώς εκεί, όπως είπε, οι καταθέσεις της κρίθηκαν αξιόπιστες.
«Είπε η κατηγορούμενη ότι στις ΗΠΑ κρίθηκε αξιόπιστη, εδώ όχι. Να πω ότι είναι διαφορετικές οι διαδικασίες σε ΗΠΑ και Ελλάδα. Το αμερικανικό δίκαιο προβλέπει ένα διακανονισμό για εταιρείες κολοσσούς και δεν υπάρχει αντίστοιχη διαδικασία εδώ. Εκεί η εταιρεία καλείται, δίνει στοιχεία και γίνεται ένας συμβιβασμός, ο οποίος στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναφέρεται καν σε δωροδοκίες πολιτικών προσώπων. Είναι μια διαδικασία αστική δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο στο ελληνικό δίκιο. Συμπεραίνω ότι οι καταθέσεις που βραβεύτηκαν στις ΗΠΑ δεν είναι ίδιου τύπου με αυτές που δόθηκαν στην εισαγγελία Διαφθοράς. Πως είναι δυνατόν να μη το γνώριζαν οι κατηγορούμενοι αυτό; Μας είπαν ότι ήταν όσα κατέθεσαν είναι διηγήσεις από τον Φρουζή, ένα πρόσωπο που μας το περιέγραψαν όμως ως μειωμένης αξιοπιστίας», τόνισε η εισαγγελέας και συνέχισε: «Όλα αυτά πριν τα καταθέσουν οι κατηγορούμενοι θα έπρεπε να έχουν γίνει αντικείμενο μελέτης από τους ίδιους. Είναι αυτονόητο ότι αυτά που είπαν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διώξεις σε βάρος πολιτικών προσώπων. Δεν μπορεί κάποιος να πηγαίνει ελαφρά τη καρδία να κάνει τέτοια κατάθεση και να λέει ότι «εγώ κατέθεσα αυτά που είδα», όχι κατέθεσες αυτά που συνήγαγες».
Συνεχίζοντας η εισαγγελέας αναφέρθηκε στον Φιλίστορα Δεστεμπασίδη, για τον οποίο είπε: «Κατέθεσε ότι έκανε υπολογισμούς με το μυαλό του ότι τόσα πήρε ο ένας τόσο πήρε ο άλλος. Αυτό δεν είναι ομολογία ψευδούς κατάθεσης; Κατηγορείς κάποιον χωρίς τα αντίστοιχα αποδεικτικά μέσα; Ακούστηκαν και ισχυρισμοί ότι η Δικαιοσύνη είναι ανεπαρκής αλλά σε καμία χώρα δε θα μπορούσα να στηριχθεί δίωξη με αυτά τα αποδεικτικά μέσα. Βλέπουμε μια προχειρότητα και μια βιασύνη που δεν αρμόζει στο επίπεδο των κατηγορουμένων. Δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Δεστεμπασίδη ότι ήταν διηγηματικού τύπου οι καταθέσεις του».
Ιδιαίτερο κεφάλαιο της εισαγγελικής αγόρευσης αποτέλεσαν οι χειρισμοί των εισαγγελέων διαφθοράς, αλλά και ο τρόπος που παρουσιάστηκε απο ορισμένα μέσα ή υπόθεση για τα πολιτικά πρόσωπα ε πισημαίνοντας ότι επλήγη το κύρος και για αξιοπιστία της δικαιοσύνης.
«Ο τρόπος που ελήφθησαν αυτές οι καταθέσεις είναι λίγο περίεργος, όλοι όσοι τις υπογράφουν έχουν την ευθύνη. Φαίνεται ότι ασκήθηκε πίεση τους εισαγγελείς για να διεκπεραιώσουν αυτή τη δικογραφία. Θεωρώ, όμως, ότι μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν όσοι εκμεταλλεύτηκαν τις καταθέσεις των μαρτύρων που σαν κοράκια πέσανε πάνω στην υπόθεση και με πηχαίους τίτλους γράφανε «τους πιάσαμε» τόνισε μεταξύ άλλων η εισαγγελέας και πρόσθεσε: «Εδώ ήταν πίσω η δικαστική έρευνα και πολύ μπροστά η δημοσιοποίηση στοιχείων. Επλήγη από τη συγκεκριμένη υπόθεση το κύρος και η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης».







