Δεν είναι απλώς και μόνο μία συλλογή από καρτ ποστάλ της παλιάς Θεσσαλονίκης, επειδή το περιβόητο «μεράκι» του ρέκτη Γιάννη Καρλόπουλου απέδωσε καρπούς. Το γνωρίζουν όσοι τον έχουν «συναντήσει» είτε στον χώρο των έντυπων Μέσων (όπως ο υπογράφων) είτε στις εκδόσεις όπου αφήνει την εικονογραφική και τυπογραφική του σφραγίδα (και πάλι ο υπογράφων, αλλά ως αναγνώστης). Σαν να ήξεραν, λοιπόν, ότι κάποια στιγμή θα φιλοτεχνούσε -δεν είναι επιτηδευμένο το ρήμα- μία συλλογή για την ιστορία και τη συναισθηματική γεωγραφία της γενέθλιας πόλης. Με εκείνη την ευαισθησία που έχει κατοχυρώσει ο Γιώργος Ιωάννου, με τη δύναμη που εμπεριέχει η οπτική γλώσσα και με το βάθος που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια μιας καρτ ποστάλ.
Παρατηρώ, για παράδειγμα, τους συναθροισμένους στη μικρή πλατεία της Θεσσαλονίκης με αναγραφή 19 Απριλίου 1917. Κίτρινο χρυσαφί χρώμα πέφτει στους μισούς, μία γυναίκα μπροστά στην κρήνη στο άλλο μισό, χρωματισμένο μαύρο. Η πόλη στην οποία ζουν είναι ελληνική μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια, ενώ οι ίδιοι ζουν στην εποχή του Εθνικού Διχασμού. Τέσσερις μήνες μετά τη λήψη του συγκεκριμένου στιγμιότυπου η πόλη θα βιώσει μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές της: τη μεγάλη πυρκαγιά μεταξύ του κέντρου και της Άνω Πόλης. Κάτω από τη φωτογραφία διαβάζουμε και το μήνυμα του Γάλλου στρατιώτη Γκονιόν Ζοζέφ: «Αγαπημένη Κλαρίσα και Μικρή, είμαι ακόμα στη Θεσσαλονίκη…περιμένουμε την αναχώρησή μας για τη Γαλλία, από στιγμή σε στιγμή, αλλά δεν ξέρουμε την ώρα και την ημέρα. Εύχομαι καλή αντάμωση χωρίς απρόοπτα. Και μη στενοχωριέσαι, έχω λεφτά. Μόλις φτάσω στη Γαλλία θα πάω στο στρατόπεδό μου, στην 241η μοίρα πυροβολικου, που βρίσκεται στη Σαράντ. Θα τα πούμε σύντομα αγαπημένη γυναικούλα και μικρή Ροζά. Δικός σας, ένας μπαμπάς που σας στέλνει πολλά φιλιά». Από εκατοντάδες παρόμοιες ψηφίδες είναι φτιαγμένη η έκδοση «Σαλονίκη» που κυκλοφορεί από τους «Αντίποδες» στη σειρά «φωταγωγός» με υπότιτλο πολλά υποσχόμενο: «αποτυπώματα επικοινωνίας και εθνογραφικά ίχνη του προηγούμενου αιώνα για έναν σύγχρονο οδηγό πόλης». Ο ίδιος ο Καρλόπουλος εξηγεί στο εισαγωγικό σημείωμα: «Από ένα μικρό κομμάτι εκτυπωμένου χαρτιού με θέμα την πόλη γίνεται να αναδειχθεί μια συνολικότερη εικόνα του υπόλοιπου “σώματος”. Από παζάρια, παλαιοπώλες, ιστότοπους και λίγα προσωπικά αρχεία φίλων, συγκροτήθηκε η συλλογή». Και παρακάτω: «Το βιβλίο δεν είναι ιστορικό με τη στενή επιστημονική διάσταση. Συνήθως έτσι όπως διδάσκεται η ιστορία μετατρέπεται σε γεγονοτολογία και μετασχηματίζεται εντέλει σε αμνησία. Η ιστορία όμως δεν “μαθαίνεται” ακριβώς. Και δεν αρκεί να φέρει τα σκοτεινά ή τα αποσιωπημένα σημεία στο προσκήνιο ένας Μαζάουερ για να βγουν οι σκελετοί από την ντουλάπα ή να υπενθυμίσει ένας Μπουτάρης πως η Σαλονίκη ήταν η γενέτειρα του Κεμάλ Ατατούρκ (αλλά, κάποιοι άλλοι, θεσμικοί, τσιμουδιά για τον Αβραάμ Μπεναρόγια, το ιδρυτικό μέλος της Φεντερασιόν, της “μήτρας του εργατικού κινήματος και της εξάπλωσης των σοσιαλιστικών ιδεών σε όλη τη χώρα»).
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερα τμήματα με βάση την τεχνολογική εξέλιξη της εκτύπωσης και φωτοαναπαραγωγής των καρτ ποστάλ στη διάρκεια των δεκαετιών του περασμένου αιώνα: από τον Οκτώβριο του 1912 και την είσοδο του ελληνικού Στρατού στη Θεσσαλονίκη έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Μεγάλο μέρος στην πρώτη περίοδο καταλαμβάνουν οι καρτ ποστάλ των Αγγλογάλλων στρατιωτών -νεαροί 18 και 20 ετών, όπως επισημαίνεται-, που έφτασαν στην πόλη για να πάρουν μέρος στο φονικό μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η «αφήγηση» αυτή συνεχίζεται στα σοκάκια της πόλης με μουσουλμάνες γυναίκες και μπακιρένια σκεύη, στα ερείπια της μεγάλης πυρκαγιάς, την αγορά Καπάνι, την παραλία και τη Θεσσαλονίκη της Διεθνούς Εκθέσεως. Με τον τρόπο του το λεύκωμα ανταποκρίνεται σε μια «αρχαιολογία της οπτικής επικοινωνίας», μέσω της οποίας οι αναγνώστες θα ανακαλύψουν αθέατες όψεις της μητρόπολης. Αυτή τη Θεσσαλονίκη, ωστόσο, θα την ανακαλύψουν με νέα οπτική και όσοι πιστεύουν πως την ξέρουν.
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.