Η Ολλανδία εισέρχεται από την 1η Ιανουαρίου σε μια ιστορική καμπή για το συνταξιοδοτικό της σύστημα, βάζοντας τέλος στη μεγαλύτερη «συλλογική δεξαμενή» συντάξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περνώντας σε ένα μοντέλο ατομικών λογαριασμών. Περίπου 9,5 εκατομμύρια ασφαλισμένοι αρχίζουν να μεταφέρονται σε ένα νέο καθεστώς, το οποίο επιτρέπει στους τεράστιους συνταξιοδοτικούς φορείς να αναλαμβάνουν σημαντικά υψηλότερο επενδυτικό ρίσκο. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τους μελλοντικούς συνταξιούχους της χώρας, αλλά έχει άμεσες συνέπειες για τις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων και, ειδικότερα, για χώρες όπως η Ισπανία.
Το διακύβευμα είναι τεράστιο: οι ολλανδικοί επαγγελματικοί συνταξιοδοτικοί φορείς διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία που προσεγγίζουν τα 2 τρισ. ευρώ, καθιστώντας τους τη μεγαλύτερη δεξαμενή συνταξιοδοτικού κεφαλαίου στην ΕΕ. Μέχρι σήμερα, το σύστημα βασιζόταν σε μια συλλογική, υποχρεωτική «δεξαμενή», με χαμηλό επενδυτικό ρίσκο και έντονη παρουσία κρατικών ομολόγων πολύ μακράς διάρκειας. Το αντάλλαγμα ήταν σταθερές, αλλά συχνά ανεπαρκώς αναπροσαρμοζόμενες συντάξεις.
Η μεταρρύθμιση αλλάζει ριζικά αυτή τη φιλοσοφία. Τα αποθεματικά «σπάνε» σε δυνητικούς ατομικούς λογαριασμούς και η τελική σύνταξη εξαρτάται πλέον από τις προσωπικές εισφορές και την απόδοση των επενδύσεων. Οι νεότεροι ασφαλισμένοι θα εκτίθενται σε μεγαλύτερο ρίσκο –με αυξημένο βάρος σε μετοχές, εταιρικό χρέος ή στεγαστικά δάνεια– ενώ όσοι πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση θα έχουν πιο συντηρητικό προφίλ.
Η αλλαγή αυτή προκαλεί ήδη «σεισμό» στις αγορές. Οι ολλανδικοί συνταξιοδοτικοί φορείς υπήρξαν διαχρονικά από τους πιο σταθερούς αγοραστές κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη. Τώρα, όμως, αναμένεται να μειώσουν τη συμμετοχή τους σε μακροπρόθεσμο δημόσιο χρέος, ακριβώς τη στιγμή που πολλά κράτη –μεταξύ τους και η Γερμανία– αυξάνουν τον δανεισμό για να χρηματοδοτήσουν ανάπτυξη και δημογραφικές πιέσεις. Παράδοξα, χώρες των οποίων το χρέος θεωρείται πιο «ριψοκίνδυνο», όπως η Ισπανία και η Ιταλία, ενδέχεται βραχυπρόθεσμα να ωφεληθούν, καθώς οι επενδυτές αναζητούν υψηλότερες αποδόσεις.
Σύμφωνα με στοιχεία της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας De Nederlandsche Bank, τα ολλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διακρατούν περίπου 20 δισ. ευρώ σε ισπανικά κρατικά ομόλογα – ποσό διπλάσιο από αυτό που κατέχουν σε ιταλικά. Ωστόσο, με τη μετάβαση στο νέο σύστημα, αυτά τα ποσά ενδέχεται σταδιακά να μειωθούν, αφαιρώντας έναν σταθερό αγοραστή από την ισπανική αγορά χρέους.
Πέρα από τις αγορές, η μεταρρύθμιση έχει ανοίξει και κοινωνικό μέτωπο. Οργανώσεις συνταξιούχων έχουν προσφύγει στα δικαστήρια, καταγγέλλοντας απώλεια δικαιωμάτων αναπροσαρμογής και μιλώντας για «απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση». Παράλληλα, εργαζόμενοι που αλλάζουν εργασία ή μειώνουν το ωράριό τους φοβούνται ότι θα χάσουν μέρος των προβλεπόμενων αντισταθμίσεων.
Το ολλανδικό πείραμα παρακολουθείται στενά σε όλη την Ευρώπη. Δεν είναι απλώς μια εθνική μεταρρύθμιση, αλλά μια δοκιμή αντοχής για το κατά πόσο τα συνταξιοδοτικά συστήματα μπορούν να μεταφέρουν ρίσκο στους πολίτες χωρίς να διαρρήξουν την κοινωνική και χρηματοπιστωτική ισορροπία και χωρίς να προκαλέσουν παρενέργειες σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.







