Του Γιώργου Νικολαΐδη*

Στις 4 Οκτώβρη δόθηκε στην δημοσιότητα η «Διακήρυξη του Γκρέιτ Μπάρινγκτον». Μια διακήρυξη που συνέταξαν αρχικώς οι καθηγητές Επιδημιολογίας Μάρτιν Κούλντροφ (στο Χάρβαρντ), Σουνέτρα Γκούπτα (στην Οξφόρδη) και Τζέι Μπαταχάγια (στο Στάνφορντ) και η οποία απευθύνει έκκληση στους κυβερνώντες όλου του κόσμου για αλλαγή πορείας στον τρόπο διαχείρισης του θέματος της πανδημίας, μακριά από τις πολιτικές του lockdown.

Ο δρ. Γιώργος Νικολαΐδης

Η Διακήρυξη τονίζει πως με τα υφιστάμενα δεδομένα δεν αποτελεί επιλογή η διατήρηση περιοριστικών πολιτικών, ενώ η επίπτωση των μέτρων στους πλέον ευάλωτους αναμένεται να προκαλέσει πολλαπλάσια θύματα από ό,τι αυτός καθαυτός ο κοροναϊός. Ως εκ τούτου, οι κοινωνίες θα πρέπει να επανέλθουν στην κανονικότητα του βίου τους χωρίς περιορισμούς, φροντίζοντας ταυτόχρονα να λάβουν εκτενή και εντατικά μέτρα εκείνων που πραγματικά κινδυνεύουν, ήτοι των ηλικιωμένων και των χρονίως πασχόντων.

Αντικρούοντας την κριτική Μοσιαλου

Σε προχθεσινή του ανάρτηση στον ελληνόφωνο λογαριασμό του στο Facebook ο πρώην υπουργός καθηγητής Ηλίας Μόσιαλος επιχείρησε να ασχοληθεί με την Διακήρυξη αυτή. Η ανάρτηση του κ. Μόσιαλου αναπαράχθηκε ευρέως από τα εγχώρια ηλεκτρονικά μέσα ως «απάντηση» ή «αντίκρουση» του πνεύματος της εν λόγω Διακήρυξης. Αν όμως κανείς προσπαθήσει να ξεπεράσει τους αστεϊσμούς, τις ειρωνείες και τα ευφυολογήματα (από τα οποία η συγκεκριμένη ανάρτηση βρίθει) η τοποθέτηση του κ. Μόσιαλου καταλήγει σε λιγοστές μόνο θέσεις πολεμικής ενάντια στην Διακήρυξη και όσους την υπογράφουν και συγκεκριμένα:

Ο καθηγητής Μόσιαλος κατηγορεί την κατεύθυνση της Διακήρυξης και τους συντάκτες της ότι επιχειρηματολογώντας για την ανάγκη επίτευξης ανοσίας αγέλης ταυτίζονται με τις αρχικές θέσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον, με την παρατήρηση πως «στην Αγγλία η αποτυχημένη προσπάθεια επίτευξης ανοσίας της αγέλης είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες χιλιάδες θανάτους».

Ωστόσο, όλοι πλέον γνωρίζουμε (το παραδέχεται άλλωστε και ο ίδιος ο κ. Μόσιαλος στην ανάρτησή του) πως ο Βρετανός πρωθυπουργός είχε την θέση αυτή τον Φλεβάρη και πως από τον Μάρτη και μετά κάνοντας στροφή 180 μοιρών προσχώρησε στις περιοριστικές πολιτικές lockdown, αυτές που και ο κ. Μόσιαλος ευαγγελίζεται, τις οποίες και στη συνέχεια εφαρμόζει αταλάντευτα. Έκτοτε η Βρετανία μετράει ήδη πάνω από 42 χιλιάδες θύματα: όμως για αυτά δεν μπορούν να ενοχοποιηθούν μόνο οι πολιτικές των 2-3 εβδομάδων του Φλεβάρη. Αν κάποιος είναι να κάνει μια σύνδεση εφαρμοζόμενων πολιτικών προς αριθμό θυμάτων, τότε μάλλον θα πρέπει να χρεώσει τις χιλιάδες νεκρούς σε απόψεις όπως αυτές που υποστήριξε ο κ. Μόσιαλος.

Όμως, καταλαβαίνουμε ότι τέτοιες συνδέσεις είναι ούτως ή άλλως προβληματικές. Μπορεί, ωστόσο, κανείς να πει ότι παρά τις περιοριστικές πολιτικές σε Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία στον ανεπτυγμένο κόσμο και στο Περού, στην Χιλή και στην Κολομβία στον αναπτυσσόμενο, οι θάνατοι δεν αποσοβήθηκαν ούτε μοιάζει να μειώθηκαν ιδιαίτερα. Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, το να χρεώνει κανείς στις αρχικές δηλώσεις του Τζόνσον του Φλεβάρη τους θανάτους από τον Μάρτη και μετά στην Βρετανία είναι προφανής αστήρικτη λαθροχειρία.

Να μιλήσουμε για τα πραγματικά δεδομένα

Κατηγορεί ο κ. Μόσιαλος την Διακήρυξη και τους συντάκτες της ότι «δεν παρουσιάζουν όλα τα επιστημονικά δεδομένα» αναφορικά με το ότι «θεωρούν πως όσοι είναι νεότεροι δεν θα έχουν πρόβλημα αν κολλήσουν τον ιό. Η αλήθεια είναι πως ενώ η θνητότητα είναι μικρότερη σε όσους δεν ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έχουν μακροχρόνια προβλήματα υγείας αν κολλήσουν τον ιό. Ίσως ακόμη και αν είναι ασυμπτωματικοί. Και μπορεί επίσης να κινδυνεύσουν να χάσουν τη ζωή τους, αν κολλήσουν». Βεβαίως εδώ μάλλον ο κ. Μόσιαλος επιδεικνύει μια κάπως κρυπτική χρήση της γλώσσας: ότι ο καθένας «μπορεί» να έχει προβλήματα ή και να πεθάνει από κάποια νόσο είναι δεδομένο. Το ερώτημα δεν είναι όμως αυτό: το ερώτημα είναι αν κάτι τέτοιο είναι πιθανό και πόσο. Και όσο περνούν οι μήνες, τα δεδομένα σωρεύονται, στηρίζοντας την θέση πως οι πιθανότητες σοβαρής βλάβης, αναπηρίας ή θανάτου των νεότερων ηλικιακών κατηγοριών υγιών ατόμων από COVID-19 είναι πολύ μικρές. Για παράδειγμα, αναφορικά με τα παιδιά είναι δεδομένο πως ο κίνδυνος είναι μικρότερος από ό,τι της εποχιακής γρίπης. Για δε τις ηλικίες κάτω των 70 ετών είναι επίσης συγκρίσιμος και παρόμοιος.

Είναι σίγουρο πως ο κ. Μόσιαλος έχει πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα: π.χ. στην πρόσφατη αναθεώρηση των εκτιμώμενων ποσοστών θνητότητας που έδωσε στην δημοσιότητα ανά ηλικιακές κατηγορίες το Αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων (το οποίο μόνο αντι-περιοριστικής κατεύθυνσης δεν μπορεί να θεωρηθεί). Αφού, λοιπόν, τα γνωρίζει όλα αυτά γιατί επιλέγει να «παίξει με τις λέξεις» ανάμεσα στο «μπορεί» και στο «είναι πιθανό»; Και μάλιστα το κάνει αντιπαρατιθέμενος στην Διακήρυξη αυτή που μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς μπορεί οι νεότερες ηλικιακές ομάδες να επανέλθουν στην κανονικότητα ενόσω οι ηλικιωμένοι είτε διαμένουν στην κοινότητα είτε σε δομές φιλοξενίας απολαμβάνουν φροντίδα και κοινωνικότητα με την μέγιστη δυνατή ασφάλεια για εκείνους (διανομή αγαθών κατ’ οίκον, κοινωνικές συναναστροφές σε ανοιχτούς χώρους, φροντίδα από άνοσα άτομα υπό τακτική εξέταση με τεστ κ.ο.κ.).

Ο καθηγητής Μόσιαλος λοιδορεί την Διακήρυξη αναπαράγοντας ανάλογα πρόσφατα δημοσιεύματα για το γεγονός ότι ανάμεσα στους συνυπογράφοντες υπάρχουν φανταστικά πρόσωπα με ευφάνταστα ονόματα όπως π.χ. ο Δρ. Μπανάνας. Ωστόσο, δεν λαμβάνει υπόψη του πως η Διακήρυξη είχε εξαρχής και εξακολουθεί να έχει μια πολιτική ανοιχτή ως προς τις υπογραφές. Κι αυτό γιατί οι συντάκτες έκριναν (ορθώς κατά την γνώμη μου) πως το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό για να μην είναι ανοιχτό σε όλους. Φυσικά, μια τέτοια Διακήρυξη την οποία μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα συνυπέγραψαν 323 χιλιάδες άνθρωποι από όλο τον κόσμο, είναι πολύ πιθανό να συνυπέγραψαν και ορισμένοι κακόβουλοι με πλαστά, ευφάνταστα ψευδώνυμα για προφανείς λόγους συκοφάντησης της όλης προσπάθειας. Και βεβαίως, την επόμενη ημέρα κάποιοι πληρωμένοι κονδυλοφόροι (ίσως και ο ίδιος ο «Δρ. Μπανάνας»…) να το κάνουν αυτό μέγα ζήτημα στον tabloid βρετανικό τύπο και στα κουτσομπολίστικα αμερικανικά σάιτ. Αλήθεια, σημαίνει τίποτα απολύτως αυτό για την ορθότητα ή μη των όσων η Διακήρυξη αναφέρει; Ή μήπως οι χιλιάδες που συνυπέγραψαν ήταν όλοι άγνωστοι στην διεθνή επιστημονική κοινότητα;

Αναφέρει ο κ. Μόσιαλος πως η Ελληνική εκδοχή είναι «πρόχειρα μεταφρασμένη». Προφανώς ο κ. Μόσιαλος συγχέει την προχειρότητα (ή μη) με την πιστότητα (ή μη): σε όλες τις μεταφράσεις της Διακήρυξης (που ήδη έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες) συμφωνήθηκε να ακολουθηθεί μια «χαλαρή» μεταφραστική προσέγγιση που να αποδίδει καλύτερα τους όρους με λέξεις που να είναι σε χρήση στην δημόσια συζήτηση στην κάθε γλωσσική κοινότητα. Έτσι, π.χ. επειδή ο όρος «συμπονετικές πολιτικές» (παντελώς αδόκιμος στην ελληνική δημόσια συζήτηση) ως απόδοση του “compassionate policies” (πολύ συχνός όρος στην αντίστοιχη βρετανική) στην ελληνική μετάφραση άλλαξε σε «κοινωνικά ευαίσθητες πολιτικές».

Ποιοι είναι αυτοί που υπογράφουν τη διακήρυξη

Εκεί όμως που ο κ. Μόσιαλος μοιάζει να ξεπερνά τα εσκαμμένα είναι όταν επιχειρώντας να κάνει κριτική στην Διακήρυξη, αντί αυτού επιτίθεται με δριμύτητα στους συντάκτες και τους συνυπογράφοντες, γράφοντας: «η ομάδα που υπογράφει την “υψηλής” διανόησης διακήρυξη δεν έχει τοποθετηθεί ποτέ επί των πρακτικών ζητημάτων. Δεν έχουν τοποθετηθεί ποτέ από την αρχή της πανδημίας. Είχαν 9 μήνες να σκεφτούν “λύσεις” αλλά απέτυχαν να το κάνουν… Οι επιστήμονες που συνέταξαν αυτή τη διακήρυξη φαίνεται πως δεν έχουν καμία σχέση με το πως λειτουργούν οι οικογένειες και η κοινωνία. Δεν φαίνεται να τους απασχολεί πως όσα προτείνουν απαξιώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, το αξιακό μας σύστημα αλλά και την ιατρική δεοντολογία».

Φυσικά, ο κ. Μόσιαλος επιλέγει να κάνει αυτού του είδους την επίθεση στα ελληνικά, παρότι ο ίδιος είναι καθηγητής σε βρετανικό πανεπιστήμιο και ζει στο Λονδίνο. Ίσως γιατί αλλιώς θα ήταν άμεσα αντιληπτό το αβάσιμο του ισχυρισμού του ότι π.χ. η Σουνέτρα Γκούπτα, καθηγήτρια στην Οξφόρδη, δεν έχει κάνει παρεμβάσεις, προτάσεις ή συνεισφορές όλους αυτούς τους μήνες για την πανδημία (ανάμεσα στα άλλα, η ομάδα της κ. Γκούπτα απέδειξε πως οι αρχικές «τρομοκρατικές» εκτιμήσεις του καθηγητή Νιλ Φέργκιουσον του Ιμπίριαλ Κόλετζ περί εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων ήταν αβάσιμες). Ή ότι ο Μάρτιν Κούλντροφ αδιαφορεί για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την προστασία των πλέων ευάλωτων της αμερικανικής κοινωνίας (μια απλή ματιά στο διαδίκτυο αρκεί να πείσει και τον πλέον δύσπιστο, αφού ο συγκεκριμένος είναι επί σειρά ετών στρατευμένος στην προστασία του δικαιώματος στην υγεία των κοινωνικά αποκλεισμένων και των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων). Για να μην σταθεί κανείς καθόλου στους λοιπούς συνυπογράφοντες ή και σε σχετικές τοποθετήσεις στην ελληνική συζήτηση για την πανδημία που ουδέποτε όμως υιοθετήθηκαν.

Όμως αυτό, δηλαδή η επίθεση με χαρακτηρισμούς εναντίον των προσώπων ελλείψει επιχειρημάτων για τις απόψεις, είναι μάλλον συνηθισμένο στην περίοδο της πανδημίας: ας θυμηθούμε την «είδηση» για την χορηγία των 5 χιλιάδων δολαρίων μιας αεροπορικής εταιρείας στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ που τάχα επηρέασε τις απόψεις του καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη: προβλήθηκε άλλωστε από τα ίδια κουτσομπολίστικα σάιτ που σήμερα γράφουν για τον «Δρ. Μπανάνα»…

Αλλά η αντιπαράθεση αυτή δεν βγάζει πουθενά: αν έχει κάτι να πει εναντίον των απόψεων της Διακήρυξης ο οποιοσδήποτε ας το εκθέσει και όλοι κρίνονται σε βάθος χρόνου. Όσο για την κοινωνική ευαισθησία και τα ανθρώπινα δικαιώματα καλό θα ήταν να ρίξει κανείς μια ματιά στις εκθέσεις της UNICEF που προβλέπουν θανάτους εκατομμυρίων παιδιών στον αναπτυσσόμενο κόσμο από τα κλειστά σχολεία και τα μέτρα του lockdown, στις προειδοποιήσεις του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος για επαπειλούμενη σιτοδεία, στις ανακοινώσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας την ίδια περίοδο, τις εκθέσεις των EUROPOL και INTERPOL για την αύξηση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, στις εκτιμήσεις έγκριτων ειδικών για μελλοντική εκτίναξη της θνησιμότητας από κακοήθεις νεοπλασίες και καρδιαγγειακά νοσήματα εξαιτίας του περιορισμού των προληπτικών ελέγχων, τις εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την εφιαλτική εκτόξευση της ανεργίας και την ύφεση που έρχεται σε ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο κόσμο. Μήπως όλοι αυτοί επίσης αδιαφορούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα άραγε;

Τέλος, το ακροτελεύτιο (και ίσως το τελικό) επιχείρημα της ανάρτησης του κ. Μόσιαλου φαίνεται να είναι το «είμαστε πολλοί και είσαστε λίγοι»: «Όσοι υπογράφουν τη διακήρυξη αποτελούν ένα υποπληθυσμό της τάξεως του 0.01% της επιστημονικής κοινότητας και στα πανεπιστήμια τους και παγκοσμίως» γράφει. Ωστόσο, ο κ. Μόσιαλος γνωρίζει πως αυτό αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς. Ακόμα και όσοι, όπως και ο ίδιος, υποστήριξαν επίμονα τις πολιτικές του lockdown την άνοιξη, σήμερα αναγκάζονται να υποστηρίζουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να παραταθεί ως πολιτική πλέον (χωρίς, ωστόσο, να παραδεχτούν δημόσια πως είχαν εσφαλμένη άποψη και τον Μάρτη). Και μάλλον αυτό είναι που κάνει τον κ. Μόσιαλο ανάμεσα σε άλλους να χάνουν την ψυχραιμία τους και να επιτίθενται μάλλον θυμικά και με έωλα επιχειρήματα σε όποιον με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους το θυμίζει.

Χρειάζεται τολμηρή συζήτηση

Το πρόβλημα που θέτει η πανδημία αλλά και τα πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της είναι πολύ σοβαρό. Οι επιπτώσεις των μέτρων αναμένεται να αλλάξουν ριζικά τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Με δεδομένο το ότι οι πολιτικές του lockdown απέτυχαν στον στόχο τους (αφού παντού η πανδημία επανακάμπτει στο Βόρειο Ημισφαίριο) και με δεδομένο πως πλέον κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί να παραταθούν τέτοιες πολιτικές περαιτέρω, χρειάζεται μια σοβαρή συζήτηση για το πώς οι κοινωνίες μπορούν να ζήσουν χωρίς να αυτοκαταστρέφονται εν μέσω της πανδημίας, ενδυναμώνοντας την ανθεκτικότητά τους. Οι προσωπικές επιθέσεις, οι ειρωνείες και η αναπαραγωγή κριτικής του «κίτρινου Τύπου» δεν βοηθούν σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Αντιθέτως, χρειάζεται μια τολμηρή συζήτηση που θα αξιολογεί τα μέχρι τώρα δεδομένα, θα θέτει στο επίκεντρο τις πραγματικές επιλογές των κοινωνιών και θα στέκεται στην ουσία των επιχειρημάτων και των προτάσεων για την καλύτερη προστασία του κοινωνικού συνόλου και των πιο ευάλωτων μελών του.

Ο Δρ. Γιώργος Νικολαΐδης είναι επικεφαλής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, ήταν μέχρι πρότινος Πρόεδρος της Επιτροπής Lanzarote του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών από την σεξουαλική βία και εκμετάλλευση και έχει σημαντικό ερευνητικό έργο πάνω στις πολιτικές της δημόσιας υγείας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από