Το 33% των εδαφών του πλανήτη - σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ - έχει ήδη υποβαθμιστεί εξαιτίας της διάβρωσης, ενώ με τους τρέχοντες ρυθμούς υπολογίζεται πως μέχρι το 2050 θα έχει χαθεί το 50% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Πρόκειται, όπως λένε οι ειδικοί, για ένα εφιαλτικό σενάριο, το οποίο εάν επιβεβαιωθεί θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας - εξαιτίας της ραγδαίας μείωσης της διαθέσιμης γης για την παραγωγή τροφίμων. Ηδη σήμερα περισσότεροι από ένα δισ. άνθρωποι πέφτουν κάθε βράδυ για ύπνο πεινασμένοι!

Η υποβάθμιση των εδαφών - μέχρι τώρα - σπάνια απασχολούσε τον παγκόσμιο διάλογο. Πλέον όμως τα δεδομένα έχουν αλλάξει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τροφίμων του ΟΗΕ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι κάθε λεπτό που περνάει, μια έκταση ίση με ένα γήπεδο ποδοσφαίρου καταστρέφεται λόγω της διάβρωσης του εδάφους παγκοσμίως.

Η ερημοποίηση δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο. Οι Σουμέριοι και οι Βαβυλώνιοι είναι μεταξύ πολλών αρχαίων πολιτισμών που αφανίστηκαν μετά τη μείωση της γεωργικής τους γης εξαιτίας παρατεταμένης ξηρασίας και λειψυδρίας. Κατά τους ειδικούς, το έδαφος είναι εξίσου σημαντικό με τον αέρα που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε καθώς υποστηρίζει την παραγωγή τροφίμων. Και δεν είναι μόνο αυτό. Το έδαφος απορροφά τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, ανακυκλώνει πολύτιμα θρεπτικά συστατικά και οργανικά απόβλητα, ενώ συγκρατεί και φιλτράρει το νερό ρυθμίζοντας την κατανομή του στην επιφάνεια της Γης.

Το υγιές έδαφος είναι σπουδαίος σύμμαχος στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, όμως οι ρυθμοί αναγέννησής του είναι δυσανάλογα αργοί με τον ρυθμό απώλειάς του: απαιτούνται γύρω στα 2.000 χρόνια για να δημιουργηθούν 10 εκατοστά εδάφους, όμως μια δυνατή βροχή μπορεί να παρασύρει και να απομακρύνει τεράστιες ποσότητες επιφανειακού χώματος σε μόλις λίγα λεπτά.

Τα προαναφερόμενα στοιχεία - και προβλέψεις - προέρχονται από τον ΟΗΕ και δόθηκαν στη δημοσιότητα από τους ειδικούς που τρέχουν το πρόγραμμα «Κοινό Εδαφος για την Αειφορία». Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που αφορά την προστασία και την αναγέννηση των εδαφών, το οποίο υλοποιείται στον Νομό Εβρου από τη ΜΚΟ Place Identity, στο πλαίσιο του Μέτρου «Καινοτόμες Δράσεις με τους Πολίτες» του Πράσινου Ταμείου.

Η ακτινογραφία των προβλημάτων

Η διάβρωση του εδάφους αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η γεωργία στη χώρα μας, αλλά και μια άμεση απειλή για μεγάλο μήκος της ελληνικής ακτογραμμής. Και καθώς η κλιματική αλλαγή αυξάνει την ένταση και τη συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων, τεράστιες εκτάσεις γόνιμου εδάφους εκτίθενται στον κίνδυνο διάβρωσης. Μέσα από το πρόγραμμα για τον Νομό Εβρου, οι ειδικοί από το «Κοινό Εδαφος για την Αειφορία» έκαναν ορισμένες διαπιστώσεις που αφορούν σχεδόν όλα τα αγροτικά μέρη της Ελλάδας.
Στην Ελλάδα είναι υπερβολική η χρήση των φυτοφαρμάκων τα οποία δεν μειώνουν απλώς τη ζωτικότητα του εδάφους, αλλά επηρεάζουν και τους ανθρώπους της υπαίθρου (για παράδειγμα, πονοκέφαλοι εξαιτίας των αυξημένων ψεκασμών). Επιπλέον, πρόβλημα παρουσιάζεται και με τη διαχείριση των άδειων συσκευασιών των φυτοφαρμάκων, καθώς στη χώρα μας δεν υπάρχει καμία δομημένη προσπάθεια ευρείας κλίμακας για την ορθή διαχείρισή τους. Μάλιστα (σύμφωνα με στοιχεία του 2016) το 20% των αγροτών θάβουν ή καίνε τις συσκευές ενώ οι υπόλοιποι τα τοποθετούν στους κοινούς κάδους απορριμμάτων! Πανελλαδικά, λιγότερο από το 10% των αγροτών συμμετέχουν σε προγράμματα συλλογής και ανακύκλωσης των άδειων συσκευασιών φυτοφαρμάκων.
Ενας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας είναι οι πυρκαγιές. Καθώς η φωτιά περνάει πάνω από το έδαφος, οι υψηλότατες θερμοκρασίες που αναπτύσσονται στην επιφάνεια της γης καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα των μικροοργανισμών αλλά και τους σπόρους που φιλοξενούνται στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους. «Η πλούσια βιοποικιλότητα της Ελλάδας απειλείται, καθώς υποβαθμίζεται η δομή και η γονιμότητα των εδαφών μας. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να εστιάσουμε στο έδαφος όταν σχεδιάζουμε την αγροτική και κλιματική πολιτική», επισημαίνει μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο εθνοβιολόγος / επιστημονικός υπεύθυνος του έργου, Παύλος Γεωργιάδης.