«Τα εν οίκω μη εν δήμω», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, υποστηρίζοντας πως τα οικογενειακά θέματα δεν πρέπει να γίνονται δημόσια. Είναι όμως δυνατόν αυτό να ισχύει, στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας; Σε υποθέσεις, όπως εκείνη στο Κωσταλέξι της Λαμίας, που με τη δημοσιοποίησή της σαν σήμερα στις 7 Νοεμβρίου 1978, συγκλόνισε το πανελλήνιο.

Η 47χρονη Ελένη Καρυώτη, που από εκείνη την στιγμή έμεινε στην ιστορία ως «Ελένη του Κωσταλέξι», είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου ύστερα από 29 χρόνια, καθώς οι γονείς της την κρατούσαν κλεισμένη στο υπόγειο. Οι δημοσιογράφοι και οι αστυνομικοί, όταν άνοιξαν την πόρτα αντίκρυσαν μια κοπέλα γuμνή, σκεπασμένη μόνο με μια κουβέρτα, βρώμικη, που συμπεριφερόταν σαν αγρίμι στην θέα των ανθρώπων. Δεν μιλούσε, μόνο κραύγαζε, λόγια ακαταλαβίστικα για τους υπολοίπους λόγια.

Πολλά ειπώθηκαν για την περίπτωση που συγκλόνισε το πανελλήνιο. Όμως ένα σενάριο ήταν το επικρατέστερο.  Την περίοδο του εμφυλίου, η Ελένη, τότε μόλις 18 ετών, είχε συνάψει σχέση με τον δάσκαλο του χωριού. Εκτός από την «ατίμωση» που υπέστη η οικογένειά της, καθώς δεν είχε ακόμα παντρευτεί, η ιστορία είχε και πολιτική χροιά. Ο δάσκαλος είχε ταχθεί με το μέρος των κομμουνιστών ανταρτών, ενώ η οικογένεια της Ελένης θεωρούνταν και ήταν, σκληροπυρηνικοί δεξιοί και εθνικόφρονες.

Το μόνο που μπορούσε να γίνει, ήταν να μην εμφανίζεται πλέον δημόσια η Ελένη, κάτι που οι γονείς έκαναν χωρίς να το ξανασκεφτούν, φυλακίζοντάς την στο υπόγειο. Όλο το χωριό χάρισε στην οικογένεια τη σιωπή του, κάνοντας το περιστατικό αρχικά ένα καθημερινό μυστικό που χάθηκε στην λήθη των χρόνων που περνούσαν.

Σύμφωνα με μία άλλη εξήγηση που δόθηκε χρόνια αργότερα, η Ελένη ήταν ψυχικά ασθενής και η ιστορία με τον αντάρτη ήταν δημιούργημα του Τύπου. Οι γιατροί συνέστησαν να την κλείσουν σε ψυχιατρείο, όμως τα ιδρύματα τότε ήταν χειρότερα και από φυλακή. Έτσι ο πατέρας της την έκλεισε στο σπίτι, με τις συνθήκες διαβίωσης να είναι άθλιες και για εκείνη αλλά και για την οικογένεια. Η πραγματική αλήθεια βέβαια δεν έχει γίνει γνωστή με βεβαιότητα.

Όμως η ιστορία έχει και συνέχεια. Αρχικά η Ελένη Καρυώτη μεταφέρεται στο νοσοκομείο και αργότερα σε ψυχιατρικό ίδρυμα. 20 χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1998, εξαφανίζεται και από τότε η τύχη της αγνοείται.

Τα αδέρφια της εν τέλει αθωώθηκαν. Σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι έγινε η Ελένη του Κωσταλέξι η 47χρονη γυναίκα, που συνεχίζει με την ιστορία της να συγκλονίζει άπαντες μέχρι και σήμερα...

Οι σύγχρονες δράσεις των Αρχών

«Όταν μέσα σε μια οικογένεια υπάρχει οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, δεν θα πρέπει να αποτελεί μυστικό ή ταμπού» και σ΄αυτό φιλοδοξεί να συνεισφέρει η ΕΛ.ΑΣ με τη δημιουργία μίας νέας επιχειρησιακής δομής, που όπως ανακοίνωσε πρόσφατα το  υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, λειτουργεί από τις αρχές του μήνα, περιλαμβάνει 73 Υπηρεσίες πανελλαδικά και φιλοδοξεί να δώσει φωνή στα θύματα βίας και να σπάσει τον κύκλο της σιωπής και των στερεότυπων.

Πρόκειται για το ειδικό επιτελικό Τμήμα Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας στην Διεύθυνση Γενικής Αστυνόμευσης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ λειτουργεί Υπηρεσία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακή Βίας σε κάθε Γενική Αστυνομική Διεύθυνση στις 14 περιφέρειες της χώρας και στις Διευθύνσεις Αστυνομίας κάθε νομού. Αυτά τα γραφεία είναι στελεχωμένα από ειδικά εκπαιδευμένους αστυνομικούς, οι οποίοι δεν θα έχουν επιχειρησιακό ρόλο, αλλά θα συνεργάζονται με όλες τις άλλες υπηρεσίες, θα παρακολουθούν τις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, θα δίνουν οδηγίες και θα εισηγούνται μέτρα για την διαχείριση των υποθέσεων αυτών.

Πως όμως ορίζεται η ενδοοικογενειακή βία;

Από τις πιο ενδιαφέρουσες ημερίδες που έγιναν σχετικά ήταν αυτή που διοργάνωσαν η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και η Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων τον Οκτώβριο του 2017 με θέμα «Ενδοοικογενειακή βία: κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά».

Ένας ολοκληρωμένος ορισμός αυτού του διαχρονικού φαινομένου, που υπερβαίνει οικονομικές, κοινωνικές, μορφωτικές διακρίσεις και απλώνεται σε πολλαπλές μορφές, εμπεριέχεται όπως ειπώθηκε στο άρθρο 3, εδάφιο β’ της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, όπου ο όρος «ενδοοικογενειακή βία» συνίσταται σε «κάθε πράξη φυσικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας, η οποία συμβαίνει εντός της οικογένειας ή οικογενειακής μονάδας, ή μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, ανεξάρτητα ή όχι του κατά πόσο ο δράστης μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια κατοικία με το θύμα».

Ωστόσο όπως επανέλαβαν οι ειδικοί είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι στο νόμο ως ενδοοικογενειακή βία δεν ορίζεται μόνο η σωματική κάκωση/βλάβη, η προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας αλλά και η πρόκληση ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, ιδίως με την παρατεταμένη απομόνωση του θύματος. Κατά συνέπεια τα θύματα της ενδοικογενειακής βίας δεν είναι απαραίτητο να έχουν υποστεί σωματική βλάβη αρκεί και η έντονη λεκτική κακοποίηση που μπορεί να προκαλέσει ψυχικό πόνο.

Άλλωστε συνήθως η λεκτική βία προηγείται της σωματικής και κατά συνέπεια η έγκυρη προσφυγή του θύματος στον μηχανισμό προστασίας και η σωστή αντιμετώπιση του από την αστυνομία αποτελεί κλειδί σε πολλές περιπτώσεις για την αποφυγή και χειρότερων περιστατικών.

Τι μπορεί να κάνει το θύμα ενδοοικογενειακής βίας;

Το θύμα ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να καλέσει το 100 ή να επικοινωνήσει με το πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα κι ένα από τα νεοσύστατα γραφεία της αστυνομίας. Επίσης μπορεί να καλέσει τη γραμμή για γυναίκες θύματα βίας δηλαδή το 15900 ή να στείλει e-mail στο sos15900@isotita.gr, μια υπηρεσία η οποία λειτουργεί όλο το 24ωρο, 365 μέρες το χρόνο υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων και στελεχώνεται από ειδικούς επιστήμονες (ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς) με σκοπό να παρέχεται επαρκής ψυχοκινητική στήριξη. Επίσης, το θύμα δύναται να καλέσει το 197, που είναι η τηλεφωνική γραμμή του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Να σημειωθεί ότι εφόσον κριθεί αναγκαίο λειτουργούν ξενώνες κακοποιημένων γυναικών.

Εάν το θύμα της ενδοοικογενειακής βίας είναι ανήλικο και ο καταγγέλων είναι άλλο πρόσωπο ενδείκνυται η καταγγελία του περιστατικού στις Αρχές, που θα πρέπει να ενεργήσουν σύμφωνα με τη προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, δεδομένου ότι το αδίκημα διώκεται αυτεπάγγελτα και υπάγεται στην αυτόφωρη διαδικασία.

Σε κάθε περίπτωση η δημοσιοποίηση τέτοιων περιστατικών καλό είναι να γίνεται, με φειδώ και ενσυναίσθηση του βιωματικού Γολγοθά των θυμάτων ειδικά όταν ζουν σε μικρές κοινωνίες και εγκυμονεί ο κοινωνικός στιγματισμός τους.

Με στοιχεία από το sansimera.gr