Η άρση των αδικιών του νόμου Κατρούγκαλου, σε σχέση με τα έτη εργασίας και τις εισφορές που καταβάλλονται, αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης. Μάλιστα, το σχετικό νομοσχέδιο θα είναι ανάμεσα στα δέκα πρώτα τα οποία θα κατατεθούν στη Βουλή.

Το στοιχείο της ανταποδοτικότητας μεταξύ παροχής και ετών ασφάλισης θα αντιμετωπιστεί με αναλογικότερους και δικαιότερους συντελεστές αναπλήρωσης. Για τις επερχόμενες αλλαγές στο Ασφαλιστικό είχαν χθες συνάντηση ο Πρωθυπουργός με τον υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση, ο οποίος επανέλαβε τη διπλή προτεραιότητα για την ικανοποίηση των εκκρεμών συντάξεων και την ψηφιοποιημένη σύνταξη.

Τονίζεται ότι από τις συνταξιοδοτήσεις μετά τον Μάιο του 2016, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο νόμος Κατρούγκαλου, καταγράφεται δραματική μείωση των νέων συντάξεων και ένα ανταποδοτικά άδικο νέο σύστημα, όπου όσοι έχουν πληρώσει περισσότερες εισφορές λαμβάνουν τελικά μικρότερες συντάξεις.

 

Παράδειγμα

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω παράδειγμα: δημόσιος υπάλληλος Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με μέσο συντάξιμο μισθό 1.700 ευρώ θα μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί στα 60½ έτη ηλικίας, με 35 έτη ασφάλισης, έχοντας πληρώσει εισφορές 142.800 ευρώ. Η σύνταξή του θα ήταν της τάξης των 1.235 ευρώ (μεικτά). Πλέον, με το νέο σύστημα, έπειτα από επίσης 35 χρόνια, έχοντας όμως συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας του, θα λάβει σύνταξη 961 ευρώ (μεικτά). Με 40 έτη ασφάλισης, οι εισφορές θα φθάσουν τα 163.200 ευρώ και η σύνταξη με το παλαιό σύστημα τα 1.358 ευρώ, ενώ με το νέο, τα 1.112 ευρώ.

Σύμφωνα με το Ενιαίο Δίκτυο Συνταξιούχων, ο ίδιος νόμος δημιούργησε σοβαρές αδικίες και ανισότητες. Ετσι, τα επίσημα στοιχεία καταδεικνύουν ότι «με τον νόμο Κατρούγκαλου καταγράφονται αδικίες εις βάρος ασφαλισμένων που καταβάλλουν μεγάλες εισφορές επί πολλά χρόνια, προς όφελος άλλων που έχουν μικρότερη ασφαλιστική συνεισφορά».

Υπάρχουν ασφαλισμένοι με υψηλές συντάξιμες αποδοχές που υφίστανται μεγάλες μειώσεις. Τα επίσημα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μειώσεις έως και 40%, που φθάνουν και τα 465 ευρώ τον μήνα, έχουν περίπου 200.000 νέοι συνταξιούχοι, που συνταξιοδοτήθηκαν μετά τις 13/5/2016 (νόμος Κατρούγκαλου).

Επίσης η ΑΔΕΔΥ παρουσίασε απόφαση του ΕΦΚΑ για την απονομή σύνταξης σε ασφαλισμένο με 40 χρόνια υπηρεσίας, ο οποίος έχει μηνιαία μείωση στην κύρια σύνταξή του κατά 464,97 ευρώ τον μήνα. Συγκεκριμένα, η σύνταξη του υπαλλήλου αν υπολογιζόταν με τον Ν. 3863/2010 θα ήταν 1.574,02 ευρώ, όπως λέει η απόφαση του ΕΦΚΑ, ενώ με τον νόμο Κατρούγκαλου διαμορφώνεται στα 1.019,05 ευρώ. Δηλαδή η μείωση είναι 464,97 ευρώ τον μήνα.

Τονίζεται ότι οι παρεμβάσεις της ΝΔ στο ασφαλιστικό σύστημα θα κινηθούν σε δύο κατευθύνσεις: πρώτον, στην αλλαγή του νόμου Κατρούγκαλου, όπου θα μετατραπεί το Ασφαλιστικό σε ένα δίκαιο, ανταποδοτικό, αποτελεσματικό και απόλυτα διαφανές σύστημα. Δεύτερον, σε μια γενναία μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Μια μείωση που θα προκύψει από τη σημαντική μείωση του ασφαλιστέου εισοδήματος, καθώς αυτό σήμερα βαρύνεται από εξοντωτικές εισφορές που οδηγούν στην εισφοροδιαφυγή και τη φοροδιαφυγή, υπονομεύοντας το ίδιο το σύστημα.

 

Απώλεια 63 δισ.

Στο μεταξύ, περισσότερη δουλειά και μικρότερη σύνταξη για περισσότερα χρόνια αναμένεται να επικρατήσει μελλοντικά εξαιτίας της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, ενώ στη χώρα μας τα Μνημόνια επέφεραν μείωση του επιπέδου των συντάξεων κατά 45% και σωρευτική απώλεια 63 δισ. ευρώ.

Οπως τονίζουν σε νέα μελέτη τους οι ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης, ο ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Σάββας Ρομπόλης και ο υποψήφιος διδάκτωρ Βασίλης Μπέτσης, το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα έχει περιθώρια βελτιώσεων. Οι δύο επιστήμονες προτείνουν σειρά μόνιμων παρεμβάσεων, όπως η καταβολή της 13ης σύνταξης, ολόκληρης και όχι τμηματικής, αλλά και η βελτίωση των ποσοστών αναπλήρωσης για τις νέες συντάξεις, προκειμένου το σύστημα να γίνει δικαιότερο και να κλείσει την πόρτα της εισφοροδιαφυγής μέσω της ανασφάλιστης εργασίας. Και μάλιστα, τις προβάλλουν αναλογιστικά έως το 2070, διαπιστώνοντας ότι μπορούν να αποκαταστήσουν σε σημαντικό βαθμό τις συνέπειες των ασκούμενων μνημονιακών κοινωνικοασφαλιστικών πολιτικών της περιόδου 2010-2019, χωρίς να υπερβούν το μνημονιακό πλαφόν του 16% του ΑΕΠ των συνταξιοδοτικών δαπανών (κύριων και επικουρικών συντάξεων) το 2070.

Επιπλέον, σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, οι προτεινόμενες απαιτούμενες παρεμβάσεις θα συμβάλουν, διά μέσου της αύξησης της συνταξιοδοτικής δαπάνης, των εισοδημάτων και της ζήτησης, σε έναν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 1,25% την περίοδο 2020-2030. Σύμφωνα με τους Ρομπόλη και Μπέτση, πλησιάζοντας προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, οι χώρες εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που διαθέτουν υψηλό επίπεδο κυβερνητικής και διοικητικής λειτουργίας, αξιολογούν τα αποτελέσματα των ασκούμενων πολιτικών κατά την περίοδο 2010-2020 και ταυτόχρονα σχεδιάζουν και προγραμματίζουν, στο πλαίσιο των μεσομακροπρόθεσμων στόχων τους, τις επιμέρους πολιτικές που θα εφαρμοσθούν κατά την περίοδο 2020-2030.

Την ίδια ώρα, ένα νέο ασφαλιστικό μοντέλο, με περισσότερη δουλειά και μικρότερη σύνταξη για περισσότερα χρόνια, αναμένεται να επικρατήσει για τους πολίτες όχι μόνο της Γηραιάς Ηπείρου αλλά σχεδόν όλων των χωρών – μελών του ΟΟΣΑ, εξαιτίας της αύξησης του προσδόκιμου ζωής.

Ειδικά στην Ελλάδα, οι νέοι ασφαλισμένοι, που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, θα εργαστούν κατά κανόνα για περισσότερα χρόνια, θα συνταξιοδοτηθούν σε μεγαλύτερη ηλικία από τους γονείς τους, ήτοι στα 62, και θα λάβουν τελικά σημαντικά μικρότερη σύνταξη, που θα αντιστοιχεί στο 53,9% του συντάξιμου μισθού τους. Μάλιστα, τη σημαντικά χαμηλή αυτή σύνταξη θα τη λαμβάνουν για περισσότερα χρόνια, και συγκεκριμένα για σχεδόν το 40% της ενήλικης ζωής τους.

Η νέα μελέτη του ΟΟΣΑ καταγράφει τις αλλαγές στα συνταξιοδοτικά συστήματα που συντελέστηκαν τα τελευταία χρόνια, επισημαίνει πως αυτές επιβλήθηκαν είτε λόγω των διαφορετικών συστημάτων ή παραμέτρων που ίσχυαν τα προηγούμενα χρόνια είτε κυρίως λόγω της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού και καταλήγει στο εξής δυσοίωνο συμπέρασμα: όσοι γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1990 καλούνται να εργαστούν για περισσότερα χρόνια, περνώντας όμως περισσότερο χρονικό διάστημα της ζωής τους ως συνταξιούχοι και μάλιστα με σημαντικά χαμηλότερη σύνταξη.