«Η ονομαστική αξία του μισθού μου είναι 7.000 ευρώ. Στην τράπεζα μπαίνουν 4.400, δίνουμε χρήματα στο κόμμα και φτάνουμε στα 3.000 ευρώ, η υπόλοιπη φορολογία είναι άλλο ένα χιλιάρικο, πας στα 2.000 ευρώ». Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά τα έξοδα, βάλτε και το ενοίκιο της Τοπικής της που μπορεί –όπως ενημέρωσε το ακροατήριο –να πληρώσει γιατί τα μέλη δεν έχουν λεφτά, τους λαχνούς που θα πάρει αν πάει σε μια εκδήλωση, τι μένει για την Εύη Καρακώστα; Ψίχουλα. Σε αυτό το απόσπασμα από τη ραδιοφωνική παρουσία της συριζαίας της Β’ Πειραιώς βρίσκεται συμπυκνωμένη όλη η επιχειρηματολογία των βουλευτών στην κριτική που δέχονται για τα προνόμια που συνοδεύουν ένα έδρανο στην Ολομέλεια. Οφείλει κανείς να παραδεχθεί πως η οικονομική ανεξαρτησία τους είναι το θεμέλιο της γενικότερης ανεξαρτησίας τους. Επομένως, ορθώς έχει θεσπιστεί ένα σεβαστό ποσό ως αποζημίωση. Αν όμως το επιχείρημα το αρθρώνει μία εξ αυτών που στο πόθεν έσχες της περιλαμβάνονται περιουσιακά στοιχεία της τάξης των 145.000 ευρώ, δεν αδυνατίζει κάπως;

Ρεφλέξ

Η κουβέντα για τα χρήματα που μπαίνουν στους λογαριασμούς των βουλευτών επανέρχεται στο προσκήνιο συχνά στα χρόνια της κρίσης. Εύλογα, παρότι ενίοτε γίνεται με λαϊκιστικές κορόνες. Οι ίδιοι, πέρα από τις ελαφρώς μελοδραματικές τοποθετήσεις –σαν αυτή της Καρακώστα ή την άλλη του εξωκοινοβουλευτικού Σγουρίδη –πώς στηρίζουν το δίκαιο των απολαβών τους; Για έμπειρο κοινοβουλευτικό –επαρχίας μάλιστα –«ο βουλευτής μπορεί μόνος του να κάνει αξιοπρεπή χρήση των δικαιωμάτων του χωρίς να εκτίθεται». Τα τελευταία χρόνια τα προνόμιά τους έχουν συμπιεστεί αρκετά. Το πρόβλημα, λοιπόν, υποστηρίζει πως είναι ότι «όλες οι περικοπές γίνονται με λάθος κίνητρο και σε λάθος εποχή». Αυτό που εννοεί είναι πως «γίνονται μόνο για να κατευναστεί η κοινή γνώμη». Υπάρχουν βουλευτές επαρχίας που δεν έχουν εκδώσει, π.χ., κάρτα ελεύθερης διόδου από τα διόδια. Κι άλλοι που δεν κάνουν χρήση του επιδόματος ενοικίου. «Τον τόνο, ωστόσο, δίνουν εκείνοι που δεν έχουν το πολιτικό ρεφλέξ να προστατεύσουν εαυτούς από τις περιττές προκλήσεις». Αρα, στην ανάλυσή του «το όριο δεν είναι νομοθετικό, είναι όριο χαρακτήρα».