Αιματηρός ήταν ο απολογισμός τριών εκρήξεων που σημειώθηκαν στο Αφγανιστάν, στη διάρκεια της κηδείας ενός από τα θύματα των βίαιων διαδηλώσεων της Παρασκευής στην Καμπούλ, καθώς τουλάχιστον 12 άτομα σκοτώθηκαν και άλλα 18 τραυματίστηκαν.
Οι εκρήξεις σημειώθηκαν την ώρα της ταφής του γιου του αντιπροέδρου της Γερουσίας του Αφγανιστάν, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τις συγκρούσεις που ξέσπασαν μεταξύ αστυνομικών και διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν για τη βομβιστική επίθεση με παγιδευμένο φορτηγό, την Τετάρτη.
Τουλάχιστον πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους όταν συγκρούονταν επί ώρεςδιαδηλωτές και αστυνομία, η οποία πυροβόλησε στον αέρα για να απωθήσει όσους προσπαθούσαν να περάσουν τις γραμμές της και να φτάσουν στο προεδρικό μέγαρο.
Οι δρόμοι στο κέντρο της Καμπούλ ήταν κλειστοί σε μια προσπάθεια των αρχών να μην επαναληφθούν τα επεισόδια, τα οποία έχουν εντείνει την πίεση στην κυβέρνηση του προέδρου Ασραφ Γάνι, που κατηγορείται ότι δεν είναι ικανή να φροντίσει για την ασφάλεια της πρωτεύουσας.
Την Τετάρτη μια πολύ ισχυρή βόμβα που ήταν τοποθετημένη σε φορτηγό εξερράγη, προκαλώντας τον θάνατο περισσότερων από 80 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 460. Ηταν η πιο αιματηρή επίθεση που έχει σημειωθεί στην Καμπούλ μετά την αμερικανική επέμβαση του 2001 για την ανατροπή του καθεστώτος των Ταλιμπάν.
Ο υφυπουργός Εσωτερικών της χώρας, Μουράντ Αλι Μουράντ, δήλωσε ότι ο γενικός εισαγγελέας θα ερευνήσει τις καταγγελίες για αστυνομική βία, αλλά και αυτές που έκαναν λόγο για ένοπλους διαδηλωτές.
Ο Μουράντ ανέβασε τον απολογισμό των νεκρών σε πέντε, ενώ πρόσθεσε ότι οι τραυματίες είναι 23, κυρίως μέλη των δυνάμεων ασφαλείας.
Αξιωματούχοι της υπηρεσίας Πληροφοριών κατηγόρησαν το δίκτυο Χακάνι, μια ισλαμιστική οργάνωση που συνδέεται με τους Ταλιμπάν και έχει διαπράξει και άλλες βομβιστικές επιθέσεις στο παρελθόν, για την επίθεση της Τετάρτης.
Η βία περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι αμερικανοί αξιωματούχοι και οι συνάδελφοί τους του διεθνούς συνασπισμού, καθώς καταρτίζουν σχέδια για την αύξηση κατά 3.000 με 5.000 των ξένων στρατευμάτων στο Αφγανιστάν.
Οι διαδηλώσεις πυροδότησαν την οργή απέναντι στην κυβέρνηση, όξυναν και τις μακροχρόνιες εντάσεις μεταξύ αντίπαλων πολιτικών και εθνοτικών ομάδων.







