Είδα για πρώτη φορά θέατρο το 1949, σε ηλικία 12 ετών, ερχόμενος στην Αθήνα από την εμφυλιακή Επαρχία, ως δώρο του πατέρα μου, που μόλις πριν από μήνες είχε γυρίσει από την εξορία, επειδή είχα εισαχθεί με εξετάσεις, τότε, στο Γυμνάσιο με καλή σειρά βαθμολογίας. Ο μακαρίτης πατέρας μου, φιλόλογος, μανιακός θεατρόφιλος, σε μία εβδομάδα με πήγαινε κάθε βράδυ θέατρο. Σεπτέμβριος του 1949. «Ορέστεια» του Εθνικού με σκηνοθέτη τον Ροντήρη, επιθεώρηση, «Στέλλα Βιολάντη» με την Αρώνη, φαρσοκωμωδία με τον Βασίλη Αργυρόπουλο και στη Λυρική Σκηνή το «Σπίτι των τριών κοριτσιών» οπερέτα!
Αν έχουν νόημα αυτά τα βιογραφικά, δεν είναι για να θυμίσω τις θεατρικές μου ρίζες αλλά για να δώσω ένα θεμελιώδες μήνυμα, που δεν είναι προσωπική άποψη αλλά η ιστορική παρακαταθήκη αιώνων.
Ας πιάσουμε τα πράγματα από την πηγή. Η λέξη Θέατρο, ω φίλοι (κι άντε τώρα να το εξηγήσεις σ’ όλους τους ξυλοσκίστες που πασχίζουν να ακρωτηριάσουν την ιστορία της ελληνικής γλώσσας στερώντας την από το αρτεσιανό της φρέαρ), σημαίνει όπως όλα τα ουσιαστικά που έχουν κατάληξη «τρον» (θέρετρον, φέρετρον, βάθρον) τόπο, μέρος όπου θεάσαι, περνάς το θέρος, μεταφέρεις κάτι, πατάς κ.τ.λ. Αρα το θέατρο είναι ο χώρος όπου κανείς θεάται κάτι, τόπος όπου συγκεντρώνονται θεατές για να δουν κάτι. Αργότερα η έννοια διευρύνθηκε και με τη σημασία του περιεχομένου ή του είδους του θεάματος. Εξάλλου (και επιτρέψτε μου σήμερα το γλωσσολογικό παραλήρημα) θέαμα, όπως όλα τα ουδέτερα σε «μα», σημαίνει αποτέλεσμα, άρα θέαμα, το αποτέλεσμα του θεάσθαι, ό,τι είδα δηλαδή. Ή ό,τι βλέπεται!
Η πανάρχαια ιστορία του θεάτρου μας και στην πόλη που το γέννησε στον κόσμο, στην Αθήνα, αναφέρει πως όταν ο τραγικός ποιητής Φρύνιχος παρουσίασε στο άστυ την τραγωδία «Μιλήτου άλωσις», την πτώση της ελληνικής μεγάλης αποικίας στη Μικρά Ασία, όταν οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν με τον στόλο τους τούς κατοίκους της στη στενή πολιορκία των Περσών και στην άλωσή της, «το θέατρον έπεσεν εις δάκρυα», οι θεατές Αθηναίοι έβαλαν τα κλάματα για την προδοσία και την ανικανότητα της ηγεσίας τους. Τότε μάλιστα η εξουσία για πρώτη φορά επιστράτευσε στην ιστορία του θεάτρου τη Λογοκρισία και απαγορεύτηκε η παράσταση! Γιατί, λέει, θύμιζε στους πολίτες «οικεία κακά».
Μετά όλη αυτή την ιστορική αναδρομή, φτάνω στο συμπέρασμα. Πως το θέατρο είναι τόπος όπου μαζεύονται πολίτες για να δουν και ως εκ τούτου να ακούσουν, να αισθανθούν, να κρίνουν, να χαρούν, να κλάψουν, να βρίσουν, να χειροκροτήσουν, να μουντζώσουν.
Θέατρο χωρίς κοινό, χωρίς θεατές, δεν υπάρχει, τελικό συμπέρασμα: το θέαμα, το ακρόαμα λογοδοτεί στο κοινό των πολιτών! Τελεία και παύλα. Ο μέγας Πλάτων έγραψε (και η ρήση του κάποτε μπήκε ως θέμα Εισαγωγικών στην Εκθεση στο Πολυτεχνείο, παρακαλώ): «Και πάσαι μεν αι τέχναι ποιήσεις εισίν». Δηλαδή, όλες οι κατασκευές (όλες!) είναι δημιουργίες εκ του μηδενός, γιατί ποίησις είναι η πορεία από το σκοτάδι στο φως, από το μηδέν στο κάτι. Πλάτων κι αυτό!
Ολα αυτά τα αφιερώνω στα υπερφίαλα ανθρωπάρια που βγαίνουν στο μεϊντάνι και αμολάνε την παρόλα τους: «Η Επίδαυρος δεν είναι Δελφινάριο»! Ο μακαρίτης Μινωτής σε έναν δημόσιο δίωρο διάλογο μαζί μου ομολόγησε πως ζήλευε τον Αυλωνίτη, τον Σταυρίδη, τον Χατζηχρήστο, τον Μουστάκα γιατί αυτός δεν μπορούσε και δεν ήξερε ούτε να αυτοσχεδιάζει ούτε να «διαλέγεται» αυθορμήτως με το κοινό. Συμπλήρωνε όμως με χιούμορ πως τον παρηγορούσε το γεγονός πως οι μαστόροι της επιθεώρησης δεν μπορούσαν να παίξουν Οιδίποδα και Ληρ!
Ιδού λοιπόν το μέγα μάθημα, ξυλοσκίστες κουλτουριάρηδες των σαλονιών. Η μαστοριά είναι η ανάδυση μιας μορφής από το χάος. Και δεν είναι μικρότερη, χυδαιότερη, κατώτερη η μαστοριά εκείνου που πρώτος έφτιαξε μυστρί, αλέτρι, τροχό, αμόνι και σφυρί, σκάλα, παπούτσι και καπέλο, στέγη και τζάκι, πιρούνι και τόξο, φάρμακο και βωμό από τον ζωγράφο, τον γλύπτη, τον ποιητή, τον θεατρίνο, τον αρχιτέκτονα.
Μια κούνια μάς υποδέχεται και ένα φτυάρι μάς χώνει, αιώνιες αθάνατες ποιήσεις της ανθρώπινης επινόησης και του γύφτου με το φυσερό και του Ντα Βίντσι.
Η Κοτοπούλη ξεκίνησε με νούμερο της επιθεώρησης το 1894 και το 1949 έπαιξε Αισχύλο, Κλυταιμνήστρα. Παιδάκι στη Λαμία τη χρονιά που πέθανε, το 1954, την είδα από τα παρασκήνια παίζοντας για χιλιοστή φορά μπουλβάρ («Το έκτο πάτωμα»), πριν ανοίξει η αυλαία, να κάνει τον σταυρό της!
Πώς λοιπόν τολμάς, κουλτουριάρη της δεκάρας, να ταπεινώνεις ένα ένδοξο είδος θεάτρου, όπως η επιθεώρηση, που μας χάρισε δεκάδες ιδιοφυείς αυτοσχέδιους μανιακούς της μιμήσεως, να το συκοφαντείς και μάλιστα με χρήματα του μέσου έλληνα φορολογουμένου, όταν η επιθεώρηση ζει και πορεύεται στηριζόμενη στο ταμείο!
Εχω δει, πενήντα χρόνια μανιακός θεατής όλων των θεατρικών ειδών στην Ελλάδα, άθλιες, αχρείες, χυδαίες, ασεβείς, φτηνιάρικες, ατάλαντες παραστάσεις στην Επίδαυρο και έξοχες, απολαυστικές, ευθείες και καίριες, εύφορες και ερεθιστικές παραστάσεις επιθεώρησης, φάρσας, φαρσοκωμωδίας, παντόμιμου.
Προκαλώ όλους τους ταλαντούχους, χωρίς άλλο, ηθοποιούς που παίζουν Αίαντες, Λυσιστράτες, Οιδίποδες, Αίμονες και Αμλετ, Σάρα Κέιν και Πίντερ να κατέβουν στο Δελφινάριο και με βάση ένα κείμενο του Σακελλάριου, του Γιαλαμά, του Λάκη Μιχαηλίδη να αυτοσχεδιάσουν ένα μόνο τέταρτο με συμπαίκτη τον Μάρκο Σεφερλή. Ενώπιον ενός λαϊκού κοινού και όλης της ελληνικής θεατρικής συντεχνίας. Ενα τέταρτο. Ο Σεφερλής αυτοσχεδιάζει, μεταμορφώνεται σε εννέα διαφορετικούς ρόλους σε μία μόνο παράσταση τρεισήμισι ωρών κάθε βράδυ.
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν. Ποιος θα τολμήσει; Ο Σεφερλής δεν έρχεται από το πουθενά! Πίσω του υπάρχουν το κινηματογραφικό μπουρλέσκ, ο Μακ Σένετ, ο Τσάπλιν, ο Μπάστερ Κίτον, ο Λιγνός, ο Κοστέλο, ο Τζέρι Λιούις, ο Τοτό, ο Καντίφλας, ο Χατζηχρήστος, ο Σταυρίδης, ο Εξαρχάκος, ο Μουστάκας, ο Γκιωνάκης αλλά και ο Νέζερ, ο Ευθυμίου, ο Μαμίας, ο Λογοθετίδης, ο Ηλιόπουλος, ο Μανέλλης, ο Λουκάς Μυλωνάς (πόσοι ξυλοσκίστες γνωρίζουν την ύπαρξη του Λουκά Μυλωνά, ας διαβάσουν τα απομνημονεύματά του στον Καστανιώτη, τα έχω προλογίσει).
Ο Αριστοτέλης διαφοροποιούσε την μίμησιν πράξεως σε σπουδαία και φαύλη. Ε, λοιπόν, κανείς αυτή τη στιγμή της μεγάλης ξηρασίας του επιθεωρησιακού είδους δεν μπορεί να φτάσει στα μιμικά κατορθώματα του Μάρκου Σεφερλή, σ’ ένα θέαμα, ακρόαμα υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών για το είδος (τονίζω, παιδάκια, για το Είδος) –συμπαίκτες, μουσική, όψις, μπαλέτο, οργάνωση, ρυθμός και άμεση αποτελεσματικότητα σ’ ένα ευρύ στη σύστασή του κοινό (λαϊκό και πεπαιδευμένο).
Συνέπεια καλλιτεχνική σημαίνει σεβασμός στο είδος που υπηρετείς. Υπάρχουν υψηλές κατακτήσεις στη φάρσα, στη σάτιρα, στην κωμωδία, στο αστικό δράμα, στο θρίλερ, στην τραγωδία, στον Αριστοφάνη και υπάρχουν εξευτελισμοί και του Αισχύλου και του Σαίξπηρ και του Μολιέρου και του Ξενόπουλου.
Εχω γλείψει το πιάτο με έξοχο μπριάμ κι έχω ξεράσει μπουργκινιόν σε γαλλική γαστρονομική φίρμα.
Στο έργο που κατέβηκε χθες στο Δελφινάριο, «Αγάπη μόνο», σε κείμενο Σεφερλή, Στ. Παπαδόπουλου, υπήρχε ένα νούμερο με αρκουδιάρη, τον νάνο Ζουμπαντή αρκουδιάρη, τον Σεφερλή αρκούδα και τον Καπετάνιο σερβιτόρο (σχόλιο για την ανεργία –όλοι τους άνεργοι καθηγητές), που αγγίζει τα όρια της κειμενικής και υποκριτικής ιδιοφυΐας.
Κείμενα:
Μάρκος Σεφερλής, Στέλιος Παπαδόπουλος
Σκηνοθεσία:
Μάρκος Σεφερλής
Σκηνικά:
Δέσποινα Βολίδη
Κοστούμια:
Αλέξης Φούκος
Θεατρικά κοστούμια:
Σύλια Δεμίρη
Χορογραφίες:
Αλέξανδρος Κουζίτσκιν
Φωτισμοί:
Κώστας Δεληγιάννης
Ηχος:
Δημήτρης Σεφερλής
Μακιγιάζ
Βάσια Λυμπεροπούλου
Ηθοποιοί:
Μάρκος Σεφερλής, Γιάννης Καπετάνιος, Θοδωρής Ρωμανίδης, Στέλιος Κρητικός, Γιάννης Ζουμπαντής, Αρετή Ζαχαριάδου, Χρύσα Δημοπούλου, Αριάνα Ιωάννου