Ο φονιάς είναι ένας κοινός κακούργος. Ο φονέας όμως είναι κάτι διαφορετικό, ανώτερο, με μια αύρα θρύλου. «Φονέας των γιγάντων» επονομαζόταν τη δεκαετία του 1960 ο Φωστήρας, η ποδοσφαιρική ομάδα του προλεταριακού Ταύρου, γιατί είχε υποχρεώσει επανειλημμένα σε ήττα τους μεγάλους και ισχυρούς του ελληνικού ποδοσφαίρου. Στην πρόσφατη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κωστόπουλου «Ο φονέας και ο φονιάς» (Κέδρος) κοινωνικά δράματα με ή χωρίς φονιάδες, όνειρα των λαϊκών στρωμάτων, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα συνυφαίνονται σε ιστορίες γύρω από τον ίδιο άξονα: το ποδόσφαιρο.
Οσο και αν οι περισσότεροι διανοούμενοι το σνομπάρουν ή το απεχθάνονται, το ποδόσφαιρο είχε πάντοτε πολλούς λάτρεις στις τάξεις των συγγραφέων και των ποιητών, από τον Αλμπέρ Καμί και τον Εδουάρδο Γκαλεάνο ώς τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Νάσο Βαγενά (ο πρώτος και ο τελευταίος υπήρξαν μάλιστα ποδοσφαιριστές οι ίδιοι). Δεν είναι παράξενο. Εκτός από συναρπαστικό άθλημα το ποδόσφαιρο είναι και μια εξαίσια μεταφορά για την ίδια τη ζωή, με την αιώνια διελκυστίνδα ανάμεσα στη φιλοδοξία και την ανάγκη, ανάμεσα στην ικανότητα και την τύχη, ανάμεσα στο ομαδικό πνεύμα και την ατομική ιδιοσυστασία. Ως το μακράν δημοφιλέστερο άθλημα σφυρηλατεί ή επαναβεβαιώνει συλλογικές ταυτότητες και ως το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα γίνεται πηγή ταξικής περηφάνιας για τα καταφρονεμένα κοινωνικά στρώματα, όπως δείχνει το παράδειγμα του Φωστήρα ανάμεσα σε αναρίθμητα άλλα. Το ποδόσφαιρο είναι επίσης το τελευταίο, ίσως, καταφύγιο της λαϊκής μούσας: στα γήπεδα ακούγονται σπαρταριστά αυτοσχέδια στιχουργήματα ασύλληπτης επινοητικότητας (που δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, με τη γενική χουλιγκανοποίηση της δημόσιας ζωής, επισκιάζονται από άλλα συνθήματα, όχι μόνο χυδαία αλλά και εντελώς ανέμπνευστα).
Ωστόσο το ποδόσφαιρο, ως αυτοτελές θέμα, έχει πολύ ισχνή παρουσία στην ελληνική λογοτεχνία. Το γνωστότερο έργο της που θεωρείται εμπνευσμένο από το ποδόσφαιρο, το μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα «Η φανέλα με το εννιά», μόνο εξωτερική σχέση έχει με το άθλημα και την κουλτούρα του (ο συγχωρεμένος ο Μένης δεν είχε ιδέα από ποδόσφαιρο!). Το καλύτερο κείμενο γνήσια ποδοσφαιρικής έμπνευσης που έχει δώσει η λογοτεχνία μας είναι ίσως το διήγημα του Δημήτρη Μίγγα «Μαύρη Θύελλα» από τη συλλογή «Των κεκοιμημένων». Το βιβλίο του Κωστόπουλου ανήκει στα αυθεντικά δείγματα αυτού του υποείδους και μερικά τουλάχιστον από τα δέκα διηγήματά του αξίζει να περιληφθούν σε μια σχετική ανθολογία.
Εννοώ κυρίως τα διηγήματα εκείνα που δίνουν δραματική ανάπτυξη στη συμβολική σημασία της τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας για τους ανθρώπους των φτωχογειτονιών ή, αργότερα, των μικροαστικών περιοχών του Λεκανοπεδίου και της Θεσσαλονίκης. Πρέπει βέβαια να σημειώσω ότι ο Κωστόπουλος λαπαδιάζει συχνά τις ιστορίες του με ένα λογοτεχνίζον ύφος, μπουκωμένο με λυρικά επίθετα, εξεζητημένες παρομοιώσεις και εκβιασμένες αποφθεγματικές ρήσεις. Οπου όμως καταφέρνει να ελέγξει αυτή την τάση παράγει αληθινή συγκίνηση, με κορυφαίες ίσως περιπτώσεις τα διηγήματα «Βιομηχανίες σεντονιών» και «Το πέναλτι».
Κλείνοντας το βιβλίο αισθανόμουν κάπως σαν να είχα παρακολουθήσει  προσκλητήριο νεκρών. Οι ηρωικοί μικροί «φονείς» βούλιαξαν στην αφάνεια ακολουθώντας τη μοίρα των φτωχών, οι εμβληματικοί παίκτες τους χάθηκαν σε μεγάλες ομάδες, στις δίνες των πολιτικών και κοινωνικών περιπετειών ή απλά στο ρεύμα της ζωής, χώρια οι πολύνεκρες τραγωδίες που σφράγισαν την ιστορία του ποδοσφαίρου. Γιατί, από όσο μπορώ να κρίνω, όλες οι ομάδες, οι ποδοσφαιριστές, οι αγώνες, τα σκορ που αναφέρονται στο βιβλίο, με εξαίρεση ένα διήγημα, είναι αληθινά!