Στα τέλη της ψυχροπολεμικής δεκαετίας του 1950 ο κόσμος του μπαλέτου στην Ευρώπη μάθαινε ότι ένα αστέρι του χορού είχε γεννηθεί στα Μπαλέτα Μπαλσόι στη Μόσχα και προοριζόταν να γίνει η διάδοχος της θρυλικής Γκαλίνα Ουλάνοβα. Το 1957 απαιτούνταν διπλωματικοί χειρισμοί μεταξύ Φόρεϊν Οφις και υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας προκειμένου τα Μπαλέτα Μπαλσόι να εμφανιστούν στο Λονδίνο. Τότε η Μάγια Πλισέτσκαγια, σολίστ από το 1943 στα Μπαλσόι, δεν μπορούσε να περάσει τα σύνορα της Ρωσίας.
Ωστόσο, οι ανταποκριτές ειδήσεων από τη Μόσχα ενημέρωναν τους αναγνώστες των εφημερίδων τους για την πρίμα μπαλαρίνα. «Μάλλον υψηλή, ωραιοτάτη και με ιδεώδες σώμα για χορό, μακρυά πόδια, λαιμό και ωραιότατα χέρια, με λίγα λόγια από τις χορεύτριες που τις επροίκισεν η φύσις με πολλά χαρίσματα» έγραφε τον Οκτώβριο του 1957 ο ειδικός συνεργάτης των «ΝΕΩΝ».
Σε λίγες ημέρες η Μάγια Πλισέτσκαγια θα βρίσκεται στο Ηρώδειο. Θα παρευρεθεί σε ένα ειδικό γκαλά χορού στη διάρκεια του οποίου πρώτοι χορευτές και χορεύτριες από διαφορετικές ομάδες μπαλέτου θα ερμηνεύσουν προς τιμήν της αποσπάσματα κλασικών έργων, με τα οποία η ίδια έγινε διάσημη σε όλον τον κόσμο. «Η βραδιά είναι αφιερωμένη στην καριέρα μου και τη δέχομαι με μεγάλη χαρά. Καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο Ρικάρντο Κιου, στενός φίλος του συζύγου μου Ροντιόν και δικός μου εδώ και χρόνια. Γνωριζόμαστε πολύ καλά και έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Το μήνυμά μου είναι να δείξω στο κοινό του Ηρωδείου την αιωνιότητα και την ομορφιά του μπαλέτου και του χορού όταν το εκτελούν ταλαντούχοι χορευτές από όλον τον κόσμο» είναι η απάντησή της.
Σήμερα, στα 89 της χρόνια, δεν χορεύει πια. «Δεν βασανίζω τον εαυτό μου και ίσως επειδή είχα καλά πόδια δεν δούλευα ποτέ ενάντια στη φύση. Συγκεκριμένα δεν δούλευα, χόρευα. Αγαπούσα να χορεύω και αγαπούσα τη σκηνή. Αλλά δεν θα έλεγα ότι δούλεψα πολύ σκληρά. Ποτέ δεν κουράστηκα. Βλέπω χορευτές νεώτερους από εμένα σε κακή φόρμα. Η φύση ήταν μαζί μου γενναιόδωρη και είμαι ευγνώμων. Δεν ακολουθώ κάποια ρουτίνα ασκήσεων. Απλώς ζω μια απλή, φυσική, υγιεινή ζωή».
ΝΕΑ ΤΑΛΕΝΤΑ. Το 1995, γιόρτασε τα 70 της πάνω στη σκηνή του παρισινού θεάτρου Σαγιό πρωταγωνιστώντας στο μπαλέτο «Κουροζούκα» του Μορίς Μπεζάρ, υποδυόμενη μια γυναίκα – αράχνη που καταβροχθίζει νεαρούς άνδρες. Στην τωρινή της όμως εμφάνιση μάλλον θα αναδείξει νέους χορευτές. «Θελήσαμε να έχουμε χορευτές από διαφορετικά σχήματα και να προέρχονται από πολλές χώρες, ώστε να κάνουμε μία σύνθεση από διαφορετικά είδη με κλασικά και μοντέρνα έργα. Μου αρέσει να έχω χορευτές από χώρες στις οποίες έχω παραμείνει και δουλέψει για κάποιο διάστημα και να αναμειγνύω χορογραφίες των Πετιπά, Μπουρνονβίλ, Μπαλανσίν, ΜακΜίλαν, Νιμάγερ μαζί με αυθεντικές ισπανικές χορογραφίες».
Η Πλισέτσκαγια παρέμεινε στη Ρωσία έως το 1989, χορεύοντας ρομαντικούς ρόλους των μπαλέτων και σύγχρονες χορογραφίες. Σε κάθε περίπτωση έβαζε στους ρόλους της την αγάπη της για τον χορό. «Η ιδανική μου ερμηνεία ήταν η κάθε παράσταση χορού. Ο,τι δεν μου άρεσε δεν το χόρευα. Φυσικά, οι εποχές αλλάζουν και μαζί τους διαμορφώνεται και το γούστο μου. Ηθελα να βρίσκω προκλήσεις, γι’ αυτό και μου άρεσε να δοκιμάζω νέα πράγματα για να ωριμάζω καλλιτεχνικά. Ετσι αγωνίστηκα να χορέψω μια δική μου “Κάρμεν”. Αλλά και στη “Λίμνη των Κύκνων” που έχω χορέψει πάνω από 30 φορές βρήκα πολλές εκδοχές και παραλλαγές στην τεχνική μου, καθώς αυτό το έργο απαιτεί πνευματική και σωματική δύναμη. Στον θάνατο του Κύκνου, που χαρακτήρισε όλη μου τη ζωή ως μπαλαρίνα, χόρευα διαφορετικά, ανάλογα με τη διάθεσή μου και ανάλογα με τα όργανα των μουσικών που με συνόδευαν. Ενώ στην “Ωραία Κοιμωμένη” αναζήτησα τη χάρη και την απλότητα. Σε κάθε περίπτωση όμως το κοινό ήταν πάντοτε το ίδιο: γεμάτο συναισθήματα και προσδοκίες. Το μπαλέτο χρειάζεται πειθαρχία και σκληρή δουλειά για να τελειοποιήσεις την τεχνική. Ομως είναι η τέχνη της κίνησης και της έκφρασης. Χωρίς ταλέντο δεν μπορεί να υπάρχει τέχνη. Η πειθαρχία των ασκήσεων δίνει στο σώμα τη βάση για να απελευθερώσει την κίνησή του και να εκφράσει ένα συναίσθημα, να αφηγηθεί μια ιστορία, να χορέψει μια μουσική».
Ζωή σαν μυθιστόρημα. Η ζωή της είναι το άθροισμα από επεισόδια προσωπικής περιπέτειας, οδύνης και δόξας. Σαν ηρωίδα της κλασικής ρωσικής λογοτεχνίας. Κόρη ενός συνειδητού κομμουνιστή, διευθυντή ανθρακωρυχείων, ο οποίος θεωρήθηκε από τη μία ημέρα στην άλλη «εχθρός του λαού» και τουφεκίστηκε το 1938 (για να αποκατασταθεί το 1989), η Πλισέτσκαγια είδε στα 11 της και την ηθοποιό μητέρα της να εκτοπίζεται στη Σιβηρία.
Ουδέποτε θέλησε να αυτομολήσει στο εξωτερικό. Εμεινε στη Ρωσία έως το 1989 δίνοντας τους αγώνες της με πείσμα και πάθος για να υπερασπίσει το ταλέντό της και το δικαίωμά της να υπάρχει. Στάθηκε απέναντι στην απολυταρχία του σταλινισμού, αλλά και στην αυθεντία του διευθυντή των Μπαλσόι Γιούρι Γκριγκαρόβιτς, ο οποίος την καταδίωκε, εξαιτίας του επαναστατικού της χαρακτήρα και της έλλειψης ενδιαφέροντος από την πλευρά της για τα ζητήματα του κομμουνισμού. Οι αξιωματούχοι του κόμματος δεν της επέτρεπαν να βγει σε περιοδεία στη Δύση, παρά μόνο το 1959, όταν έγινε 33 ετών.
«Δεν γίνεται να είσαι συνέχεια κάτι εξαιρετικό. Εχεις χαρές και στιγμές λύπης, αλλά και όλη την κλίμακα συναισθηματικών αποχρώσεων. Δεν ζω λοιπόν μέσα στα όνειρα. Δεν είμαι ούτε αισιόδοξη αλλά ούτε απαισιόδοξη. Το βέβαιο είναι ότι το σημαντικό κεφάλαιο της ζωής μου είναι ο αγαπημένος μου σύζυγος, ο Ροντιόν Σεντρίν. Είμαστε παντρεμένοι για 56 χρόνια ευτυχίας».