Η ένταση με την οποία καλύπτει ο Γιώργος Θεοτοκάς σύνολη την ελληνική επικράτεια, λογοτεχνικά, καλλιτεχνικά και πολιτικά, κάνει να φαίνεται λίγο παράξενο το να τον «εγγράφει» κανείς πνευματικά, ή ως γέννημά της, στην Κωνσταντινούπολη. Οσο και να μην έπρεπε να διαχωρίζεται η τελευταία από τον κορμό της Ελλάδας, ειδικά όταν πρόκειται να αποτιμήσουμε το έργο δημιουργών που πρωτοαντίκρισαν το φως της ζωής στη Βασιλεύουσα, όπως και να το κάνουμε υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν ο Θεοτοκάς είχε ζήσει και ολοκληρώσει το έργο του στην Κωνσταντινούπολη, επομένως θα μπορούσε να τον διεκδικεί ολοκληρωτικά η ίδια, θα ήταν ένας έλληνας Κωνσταντινουπολίτης συγγραφέας. Οπως ο Καζαντζάκης είναι πριν από οτιδήποτε άλλο Κρητικός (έστω κι αν γεννήθηκε και έζησε στην Κρήτη μόνο τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια) ή ο Νίκος Μπακόλας είναι Θεσσαλονικιός –δεν έζησε μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά και το έργο του φέρνει ολοζώντανη τη σφραγίδα της.
Επειδή όμως οι ρίζες, οι καταβολές, έχουν τεράστια σημασία για κάθε άνθρωπο –πολύ δε περισσότερο για έναν συγγραφέα –και επιπλέον υπάρχει και ένα αριστουργηματικό βιβλίο του που μνημειώνει τη ζωή της γενέτειράς του όσο τη ζούσε ενόσω ήταν παιδί –αδιάφορο αν τα μεταγενέστερα βιβλία του δεν έχουν καμιά σχέση μαζί της -, ο Θεοτοκάς εντελώς φυσιολογικά πιστώνεται στην Κωνσταντινούπολη και η Κωνσταντινούπολη στον Θεοτοκά. Είναι κάτι που το υπογραμμίζει ο ίδιος με τις απαντήσεις του σε ερωτήματα που του έγιναν μόλις επτά μήνες πριν από τον θάνατό του (πέθανε στις 30 Οκτωβρίου του 1966) λέγοντας: «Γεννήθηκα στην Πόλη, όπου και πέρασα όλα τα παιδικά μου χρόνια. Μορφώθηκα σε σχολεία ελληνογαλλικά. Η Πόλη ήταν τότε μια μεγάλη διεθνική πολιτεία, όπου τα γαλλικά ήταν η κοινή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι διάφορες εθνότητες για να συνεννοούνται αναμεταξύ τους. (…) Στα χρόνια του σχολείου είχα κλίση ταυτόχρονα στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική. Ανατράφηκα θρησκευτικά μες στην ατμόσφαιρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας μου είχε μια επιρροή».
Πώς και γιατί ο πατέρας του Γιώργου Θεοτοκά «είχε επιρροή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο»; Ο Μιχαήλ Θεοτοκάς γεννήθηκε στη Χίο, σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1896. Εργάστηκε ως δικηγόρος έως τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 και απέκτησε τα δύο του παιδιά, τον Γιώργο, τον Αύγουστο του 1905 και τη Μαρία – Ελένη (την ακμαιότατη πάντα, σεβαστή δέσποινα κυρία Λιλίκα Αλιβιζάτου) το 1911. Αποδεικτικό του μεγάλου επιστημονικού κύρους του Μιχαήλ Θεοτοκά είναι το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος ζήτησε τη συνδρομή του ως νομικού συμβούλου της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης. Την ιδιότητα αυτή του νομικού συμβούλου θα τη διατηρήσει και για τα επόμενα χρόνια ως συνεργάτης των ελληνικών κυβερνήσεων για τα ελληνοτουρκικά ζητήματα και για την εφαρμογή των συνθηκών.
Οταν υπάρχουν όλα αυτά τα στοιχεία, αντιλαμβάνεται κανείς την ατμόσφαιρα που έκανε τον Γιώργο Θεοτοκά να γράψει το μυθιστόρημα «Λεωνής», το εμπνευσμένο εξ ολοκλήρου από την Κωνσταντινούπολη των παιδικών και των εφηβικών του χρόνων. Αφού η οικογένεια του Μιχαήλ Θεοτοκά θα έρθει στην Αθήνα για πρώτη φορά το 1922, όταν δηλαδή ο μεταγενέστερος δημιουργός του «Ελευθέρου πνεύματος» και των «Ασθενών και οδοιπόρων» είναι 17 χρονών. Παραμένει όμως ένα ερώτημα: γιατί ο «Λεωνής» είναι το πέμπτο στη σειρά των αφηγηματικών βιβλίων του Γιώργου Θεοτοκά, καθώς έχουν προηγηθεί οι «Ωρες αργίας», η «Αργώ», ο «Ευριπίδης Πεντοζάλης» και το «Δαιμόνιο», αν και πρόκειται για ένα βιβλίο εφηβικών βιωμάτων; Γράφεται, δηλαδή, ο «Λεωνής» από τον Ιούνιο του 1939 ώς τον Απρίλιο του 1940, 20 χρόνια αργότερα από την εποχή που ο Θεοτοκάς ήταν έφηβος ή, ευκρινέστερα ακόμη, 10 χρόνια αργότερα σε σχέση με το πρώτο του βιβλίο που ήταν οι «Ωρες αργίας»;
Την εξήγηση μας τη δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας με ένα επιλογικό του σημείωμα στην πρώτη έκδοση του «Λεωνή», που έγινε από τις εκδόσεις Πυρσός στα 1940: «Οσο πλησίαζε ολοένα γοργότερα η ώρα του καινούργιου ξεσπάσματος, αισθάνθηκα να με κυριεύει μια έντονη νοσταλγία για τα χρόνια του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, της Ανακωχής και της Μικρασιατικής Εκστρατείας, μια νοσταλγία κόσμων χαμένων και μεγάλων ιστορικών στιγμών, περιχυμένη με την γλυκύτητα και την πικρία των παιδικών και εφηβικών αναμνήσεων, χωρίς όμως να μπορώ να καταλάβω αν ήταν πραγματικά μια νοσταλγία της παιδικής ηλικίας ή της εφηβείας, ή κάτι σαν μια παλιά αρρώστια κρυμμένη στα βάθη του οργανισμού, που μια μέρα ξανάρχεται στην επιφάνεια υπό την επίδραση μιας αλλαγής των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Ο “Λεωνής” είναι γέννημα αυτής της ψυχολογικής ανωμαλίας».
Δίνει κάποια ξεχωριστή βαρύτητα στον «Λεωνή» το γεγονός ότι κυκλοφόρησε λίγες ημέρες πριν από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου; Ισως να είναι ο λόγος που έκανε τον Γιώργο Θεοτοκά να γράψει στο «Ημερολόγιό» του: «Βλέπω πως ο “Λεωνής” αρέσει σε ανθρώπους που εκτιμώ και συμπαθώ, όπως ο Τερζάκης, ο Φωτιάδης, ο Βενέζης, ο Πρεβελάκης, ο Χρυσός Ευελπίδης, ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης… Οι περισσότεροι από αυτούς μου λένε πως αυτό είναι το καλύτερό μου βιβλίο». Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν επιβεβαιώθηκε κάτι αντίστοιχο μέσα στα χρόνια –και είναι πάρα πολλά –αφού το μυθιστόρημα του Γιώργου Θεοτοκά «Ασθενείς και οδοιπόροι» θα δημοσιευθεί για πρώτη φορά το 1964 (το πρώτο μέρος με τον τίτλο «Ιερά Οδός» είχε κυκλοφορήσει αυτοτελώς το 1950), ενώ το μυθιστόρημά του «Καμπάνες» θα εκδοθεί, επίσης για πρώτη φορά, το 1970, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.
Οποια απάντηση και να δίνει κανείς, ένα παραμένει γεγονός αδιαμφισβήτητο: στον «Λεωνή» η ιστορία του ταυτίζεται με τον μεγάλο πόλεμο που άρχισε στις 20 Ιουλίου του 1914. Και όπως συμβαίνει με όλα τα σημαντικά έργα της λογοτεχνίας (σκεφτόμαστε αμέσως το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή), η ενημέρωσή μας για την αιτία που στάθηκε η αφορμή να ξεσπάσει ο πόλεμος αυτός γίνεται χάρη σε μια συζήτηση που κάνουν στον διάδρομο ενός σπιτιού, κοντά στην κουζίνα, η μαγείρισσα η Κατίνα με την καμαριέρα τη Σεβαστή. Με τον μικρό Λεωνή να τις ακούει!