Ζούμε σε μια δύσκολη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Η ύφεση, η ανεργία, η υπερφορολόγηση και η ανασφάλεια έχουν αγγίξει σχεδόν τους πάντες και έχουν συντρίψει πολλούς. Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα η συζήτηση για δικαιώματα ακούγεται ανεδαφική, υπερβολική, ακόμη και αποπροσανατολιστική. Ομως είμαστε υποχρεωμένοι να την κάνουμε γιατί ελπίζουμε ότι ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες, δεν μας αρκεί η επιβίωση.
Η αρχική μου ιδέα ήταν να απαριθμήσω τις διάφορες σοβαρές εκκρεμότητες που υπάρχουν: (α) Δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. (β) Η αδικαιολόγητη αστυνομική βία και οι παράνομες συμπεριφορές οργάνων της Τάξης δεν φαίνεται να περιορίστηκαν παρά τον διεθνή διασυρμό. (γ) Συνεχίζουν να εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις περιορισμού δικαιωμάτων, ανεπίτρεπτες για ένα κράτος δικαίου. (δ) Ο τρόπος που έχει κακοποιηθεί το Σύνταγμα από κυβέρνηση και αντιπολίτευση οδηγεί σε ευρύτερη απαξίωση των θεσμών. Ταυτόχρονα δεν γίνεται σοβαρή συζήτηση για θεσμικό εκσυγχρονισμό που να περιλαμβάνει και το Σύνταγμα – τα πυροτεχνήματα δεν συνιστούν σοβαρή συζήτηση. (ε) Οι πλέον αδύναμες ομάδες (μετανάστες, Ρομά) δεν απολαμβάνουν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. (στ) Η ελευθερία του λόγου δέχεται σοβαρούς περιορισμούς σε κάθε ευκαιρία. (ζ) Η ακαδημαϊκή ελευθερία συνεχίζει να βρίσκεται υπό τη συνεχή απειλή βίας από φασιστικά τάγματα διαφόρων χρωμάτων. (η) Ο ρατσισμός κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που συνυπάρχουν ο μεσαιωνικού τύπου αντισημιτισμός με την απέχθεια για τους μουσουλμάνους μετανάστες και ο αντιδυτικισμός με την απόρριψη της πολυπολιτισμικότητας. Εχουμε έτσι το σουρεαλιστικό φαινόμενο να είμαστε η χώρα με τους περισσότερους αντισημίτες και τη μοναδική πρωτεύουσα στην ΕΕ χωρίς τζαμί. (θ) Η συζήτηση για τον διαχωρισμό Κράτους – Εκκλησίας έχει πάει στις ελληνικές καλένδες. (ι) Η συζήτηση για τα δικαιώματα των μειονοτήτων (και ιδιαίτερα το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού) συνεχίζει να ισοδυναμεί με εθνική προδοσία.
Η στασιμότητα όμως δεν είναι το μόνο πρόβλημα. Σε πολλές περιπτώσεις έχουμε και σοβαρή οπισθοδρόμηση. Υπάρχουν φαιδρές και σοβαρές περιπτώσεις. Στις φαιδρές θα εντάξουμε την έκκληση ποινικοποίησης του λόγου και της ιστορικής έρευνας από μέλη του ελληνικού Κοινοβουλίου. Το πρόβλημα εδώ δεν είναι μόνο ο αυταρχικός τρόπος σκέψης ή η δημαγωγική αντιμετώπιση των θεμάτων αλλά κυρίως η ασυγχώρητη επιπολαιότητα.
Στις σοβαρές περιπτώσεις θα πρέπει απαραιτήτως να εντάξουμε μια περίπτωση καθαρής οπισθοδρόμησης: αν και έχουν περάσει οκτώ χρόνια από την ψήφιση του νόμου για τη δημιουργία χώρου καύσης νεκρών δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί ούτε ένα αποτεφρωτήριο. Οι δήμαρχοι Θεσσαλονίκης και Αθήνας, σε κοινή δήλωσή τους, κατηγόρησαν τις «αόρατες δυνάμεις» αλλά οι δυνάμεις αυτές είναι ορατές σε όλους. Πρόκειται για μια «ιερή» συμμαχία ευθυνόφοβων αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης, οκνηρής γραφειοκρατίας και σκοταδιστών επισκόπων. Αυτή η συμμαχία έχει εμποδίσει, καθυστερήσει ή αποθαρρύνει κάθε προσπάθεια. Η κυβέρνηση κατέθεσε άλλη μια τροπολογία πριν από μερικές ημέρες με την οποία προσπαθεί να επιλύσει κάποια από τα προβλήματα. Δεν ξέρω πόσα από τα νομικά και γραφειοκρατικά προβλήματα θα ξεπεραστούν. Τα πολιτικά όμως προβλήματα δεν λύνονται με συσσώρευση νόμων και διατάξεων αλλά με πολιτική βούληση και μεταρρυθμιστικό οίστρο. Αλλά σε αυτά είμαστε ελλειμματικοί.
Το πρόβλημα είναι πολύ πιο σημαντικό απ" όσο φαίνεται αρχικά. Δεν πρόκειται απλώς για την τύχη του σώματος μερικών εκατοντάδων «εκκεντρικών συμπολιτών μας». Αυτά τα παράλογα γραφειοκρατικά εμπόδια προσβάλλουν ένα πολύτιμο ανθρώπινο δικαίωμα, το δικαίωμα να διαχειρίζεσαι το σώμα σου, έστω και μετά τον θάνατο. Ενα δικαίωμα ήδη πολύ περιορισμένο, καθώς η κοινωνία διεκδικεί μεγάλο μέρος της εξουσίας πάνω στο σώμα σου (ιδίως αν είσαι γυναίκα), ελέγχοντάς το, ρυθμίζοντάς το, ευνουχίζοντάς το εν ανάγκη. Επιπλέον το παράδειγμα της περιπέτειας των αποτεφρωτηρίων είναι ένα ακόμη σύμπτωμα του εναγκαλισμού της εκκλησιαστικής εξουσίας με την πολιτική (όλων των εξουσιών και όλων των φερέλπιδων). Αποτελεί και ένα καλό παράδειγμα της κυριαρχίας των αντιμεταρρυθμιστών, της θλιβερής συνεργασίας αριστερής ιδεοληψίας, δεξιού κοτζαμπασισμού και αποϊδεολογικοποιημένης αλλά αταβιστικής λατρείας του status quo.
Πώς να νικηθεί αυτό το αντιμεταρρυθμιστικό μπλοκ όταν είναι τόσο ισχυρό πολιτικά, όταν τα όπλα του είναι η άγνοια και ο δογματισμός και όταν τα θύματά του το στηρίζουν με παβλοφικό τρόπο; Η αργή αλλά σταθερή αποσύνθεσή του πρέπει να επιταχυνθεί με κάθε τρόπο. Είναι καθήκον όλων μας.
Ο Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών