Πριν από 35 χρόνια ο Ηλίας Πετρόπουλος, εμπνευσμένος από το κεφάλαιο «Αι πάνδημοι γυναίκες» ενός βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει άλλα τόσα χρόνια νωρίτερα, έκανε βουτιά στον κόσμο των οίκων ανοχής στην Ελλάδα. Στο βιβλίο του «Το μπουρδέλο» έπειτα από μια λεπτομερή περιγραφή της Μπάρας, μιας περιοχής έξω από τη Θεσσαλονίκη όπου εκτονώνονταν ερωτικά «οι χωριάτες του μακεδονικού κάμπου, ο υπόκοσμος του Βαρδαρίου, οι φτωχομπεκιάρηδες και η φανταρία», έκανε την κατηγοριοποίηση των οίκων ανοχής αφήνοντας έξω τις καλντεριμιτζούδες: μπορντέλο-καμαρούλα, μπορντέλο-σπιτάκι, μπορντέλο-οικία, μπορντέλο-ξενοδοχείο, μπορντέλο-στρατώνας, μπορντέλο-πολιτεία.
Αν ζούσε σήμερα ο δαιμόνιος καταγραφέας της σύγχρονης αστικής λαογραφίας μας θα προσέθετε στον κατάλογό του τo new entry στην τοπογραφία του αγοραίου έρωτα.
Και εγένετο «studio». Οι ταμπέλες άρχισαν να κάνουν δειλά δειλά την εμφάνισή τους πριν από μια δεκαετία, την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων, για να εξυπηρετήσουν όσους επιθυμούσαν ISO ευρωπαϊκού επιπέδου σε έναν τομέα που μέχρι τότε έμενε λίγο – πολύ πιστός στην παράδοση με τα κρεβάτια που έτριζαν και τα θαμπά φώτα. Αυτά τα δημιουργήματα της εποχής της πλαστής ευημερίας άνθησαν ακόμα περισσότερο την περίοδο της κρίσης, δίνοντας στους πελάτες τους, με το facade μιας υποτυπώδους πολυτέλειας, την παρηγοριά ότι τουλάχιστον εκεί η τρόικα δεν μπορεί να επιβάλει τους όρους της.
Σήμερα τα «studio» αποτελούν τη νέα εκδοχή των μπορντέλων, απέκτησαν δικές τους πιάτσες στο Γκάζι και στον Κεραμεικό, στην Κασσάνδρας και στην Ιάσονος και λειτουργούν ως πολυκαταστήματα σεξουαλικών υπηρεσιών.
Ο εκσυγχρονισμός αρχίζει από την είσοδο. Το κόκκινο φωτάκι που έγραψε τη δική του ιστορία στη Φυλής και στη Λιοσίων έδωσε τη θέση του στην ταμπέλα «studio», που περιβάλλεται συνήθως από φυτά –αναρριχόμενα κατά προτίμηση –πάνω σε καλοβαμμένους τοίχους. Στο εσωτερικό, στην αίθουσα υποδοχής ξεχωρίζει ο στύλος όπου οι τρεις – τέσσερις κοπέλες θα χορέψουν ένα υποτυπώδες pole dance, ώστε ο πελάτης να κάνει την επιλογή του. Πλέον η μιζέρια του αγορασμένου έρωτα κρύβεται καλύτερα: έντονα χρώματα, πίνακες γυμνών καλλονών, καθαρά σεντόνια, λίγο λούστρο και, βέβαια, πανταχού παρόντες καθρέφτες –αυτοί που κατά τον Φουκό αποτελούν μια ουτοπία, αφού είναι τόπος χωρίς τόπο.
Στον «Αστερισμό της Παρθένου», μια ταινία του 1973, η Ζωή Λάσκαρη ως ιερόδουλος αφηγούνταν μια διαφορετική ιστορία ζωής σε κάθε πελάτη, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και τις φαντασιώσεις του. Το φαντασιακό παίζει πάντα σημαντικό ρόλο στη βιομηχανία του σεξ, ανεξαρτήτως εποχής, αφού στην ουσία αυτό είναι που υπηρετεί. Οι υπηρεσίες που προσφέρονται φθάνουν μέχρι εκεί που αντέχουν η επιθυμία και το πορτοφόλι του πελάτη. Οι συμφωνίες κλεισμένες πλέον εκ των προτέρων –τίποτα δεν θυμίζει χαμαιτυπεία του παρελθόντος. Το γκλάμουρ, που σε κάποιες περιπτώσεις εντυπωσιάζει, έφθασε και εδώ για να κρύψει τον ζόφο μιας παγκόσμιας βιομηχανίας εκμετάλλευσης γυναικών που αποφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο –στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι ο ετήσιος τζίρος της ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο.
Το νέο στην αγορά του σεξ είναι οι ιστοσελίδες των «studio». Εκεί ο ενδιαφερόμενος θα δει το εμπόρευμα σε φωτογραφίες, θα διαβάσει την περιγραφή των προσόντων, καθώς και ιστορίες από υποτιθέμενους πελάτες – πορνογραφήματα χαμηλού λογοτεχνικού ενδιαφέροντος αλλά αρκετά για να προκαλέσουν τον πόθο που ικανοποιείται χωρίς να κοιτάξεις τον άλλο βαθιά στα μάτια. Αυτά τα κείμενα είναι ο οδηγός σε έναν κόσμο όπου η συνεύρεση ολοκληρώνεται εν πλήρει απουσία…
Από τον καιρό της αγαθής πόρνης Μαρίας της «Κάλπικης λίρας» και της ξέγνοιαστης Ιλιας του «Ποτέ την Κυριακή» μέχρι την εποχή των mall του σεξ που εξυμνούν τη μηχανιστική κορύφωση και την αποσύνδεση από το συναίσθημα δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια. Τα λόγια της Ρόζα Καμπάρκας, της ιδιοκτήτριας του παράνομου μπορντέλου στο βιβλίο του Μάρκες «Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου» υπενθυμίζουν απειλητικά τη σχετικότητα των πάντων: «Ακόμα και η ηθική είναι υπόθεση χρόνου».