Οι μισοί πίνουν νερό στο όνομά της. Οι άλλοι μισοί τη μισούν. Από αυτούς που τη μισούν, οι μισοί θα ήθελαν να μην υπάρχει καν. Οι άλλοι μισοί πάλι επιθυμούν με έναν σαδιστικό τρόπο την παρουσία της, ώστε να μπορούν να ξεσπούν επάνω της σε κάθε της νέα δουλειά. Διότι πλέον δεν έχουν ενώπιόν τους κάποια που διέπραξε ένα καλλιτεχνικό ολίσθημα, αλλά ένα μαύρο πρόβατο που επιδίδεται κατά συρροήν στην πρόκληση και την αποδόμηση. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Λένα Κιτσοπούλου αδιάφορα δεν αντιμετωπίζεται.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αδιαφορήσει κάποιος μπροστά στη δημιουργό που τόλμησε να παρουσιάσει τον Αθανάσιο Διάκο ως ρατσιστή ιδιοκτήτη ψησταριάς και απατημένο σύζυγο; Στην ηθοποιό που εμφανίζεται ημίγυμνη επί σκηνής και βρίζει χυδαία το κοινό της σε μια προσπάθεια να το αφυπνίσει; Στη σκηνοθέτιδα που έβαλε την υπογραφή της σε μια από τις πιο συζητημένες και πετυχημένες παραστάσεις, τη «Γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, ασχέτως αν η προσπάθειά της για ορισμένους ήταν ανεπιτυχής; Αλλά και στη συγγραφέα που δεν άφησε μάτι να μη δακρύσει με τον εμβόλιμο μονόλογο στην παράσταση-φαινόμενο «Γκόλφω» του Νίκου Καραθάνου, περί έρωτα, που ερμήνευε σπαρακτικά η Λυδία Φωτοπούλου;
Και τώρα ξαναχτυπά. Η φαινομενικά αθώα ξανθιά που μπήκε στη θεατρική μας ζωή ως απόφοιτη του Θεάτρου Τέχνης και εκλεκτή του Γιάννη Χουβαρδά, με το πρώτο της πέρασμα μπροστά από την κινηματογραφική κάμερα – «Καμιά συμπάθεια για τον Διάβολο» του Δημήτρη Αθανίτη – κατέκτησε και το βραβείο καλύτερης ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ενώ με την πρώτη της συλλογή διηγημάτων, τις «Νυχτερίδες», κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Είναι εκείνο το ίδιο βιβλίο για το οποίο η Λένα Διβάνη έχει αποκαλύψει ότι «γνωστός εκδοτικός οίκος (το αφεντικό του, δηλαδή) μου είπε τότε πως δεν τόλμησε να το βγάλει επειδή “είναι εκφοβιστικό σαν αρρώστια”».
Και αφού στο ενδιάμεσο ανάμεσα σε άλλα μεταμόρφωσε την ηρωίδα του Ξενόπουλου στο «Χαίρε Νύμφη» ως Eϊμι Γουάινχαουζ και έβαλε το χεράκι της στη διασκευή του «Δεκαημέρου» του Βοκκάκιου που ανέβασε ο Νίκος Καραθάνος προσφάτως στο Εθνικό Θέατρο, τώρα τα βάζει με την Κοκκινοσκουφίτσα. Ναι, την πιτσιρίκα που πηγαίνει φαγητό στη γιαγιά της, πέφτει θύμα του κακού λύκου και τη σώζει εν τέλει ο κυνηγός. Και κατάφερε ακόμη μία φορά τα εισιτήρια για τις παραστάσεις της να γίνουν ανάρπαστα.
Αλλη μια ηρωίδα προς αποδόμηση στα νύχια της Λένας Κιτσοπούλου, λοιπόν; Και καλά ο Αθανάσιος Διάκος. Ηταν ήρωας της Επανάστασης του 1821 που δεν είχε επιχειρήσει κανείς να τον αγγίξει και να τον δει με διαφορετικό μάτι, κι έτσι εκείνη βρήκε πεδίον δόξης λαμπρόν για να τον φέρει στο σήμερα, να τον εμβολιάσει με τη σχιζοφρένεια του Νεοέλληνα, να τον βολέψει σε μια στριμωγμένη καθημερινότητα αφήνοντάς τον να εκμεταλλεύεται και να βγάζει τον ρατσισμό του στον αλλοδαπό ντελιβερά του. Και όλα αυτά πριν μάθει ότι αυτός ο «ποταπός» ξένος έχει ρίξει στο κρεβάτι την ίδια του τη γυναίκα.
Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως; Πόσο να την αποδομήσει πλέον κάποιος, όταν ήδη ερευνητές, φιλόλογοι, ψυχαναλυτές, γιατροί (δεν ξέρω αν έχουν εμπλακεί και δικηγόροι) την έχουν κάνει φύλλο και φτερό; Κι όμως, η Λένα Κιτσοπούλου από τη στιγμή που την έβαλε στο στόχαστρο το επιχειρεί τολμηρά. Και τη βάζει να φορά πράσινο σκουφί, να βαριέται τη μονότονη ζωή της, να έχει αδελφό που τον λένε Κώστα ο οποίος προσφέρεται να την αντικαταστήσει στην καθημερινή υποχρεωτική βόλτα στο δάσος για να παραδώσει το καλαθάκι στη γιαγιά.
Στο ενδιάμεσο η μαμά της καβγαδίζει τηλεφωνικά με τη Χιονάτη και η Σταχτοπούτα κάνει ένα πέρασμα – ως λαϊκή αοιδός σε πανηγύρι – αναζητώντας έναν κόθορνο, σήμα κατατεθέν της αμφίεσης της Κιτσοπούλου, μαζί με τον άνδρα που θα της τον φορέσει.
Κοινώς όρεξη να έχει ο θεατής να βλέπει μια παράσταση με τα κλασικά συστατικά που χρησιμοποιεί η Λένα Κιτσοπούλου στις παραστάσεις της, οι οποίες την ώρα που γίνονται εμπορικές επιτυχίες μετατρέπονται και σε ρινγκ αντιπαράθεσης ανάμεσα σε εκείνους που δεν αντέχουν το επιθετικό της ύφος και θεωρούν ότι δημιουργεί την πρόκληση για την πρόκληση. Και σε εκείνους που βρίσκουν τις δουλειές της χαρακτηριστικές του μεταμοντέρνου θεάτρου και ικανές να θίξουν όχι μόνο τη θέση του σύγχρονου ανθρώπου στην κοινωνία αλλά και να συζητήσουν ακόμη και την υπόσταση του ίδιου του θεάτρου και του ρόλου του, μιας και με χαρακτηριστική άνεση βγάζει τους ηθοποιούς της από την υπόθεση, τους βάζει να απευθυνθούν στο κοινό και τους επιστρέφει πίσω για να συνεχιστεί το έργο.
Με άλλα λόγια, οι θεατές τρώνε τα μούτρα τους μπροστά στον καθρέφτη που η Λένα Κιτσοπούλου τούς ορθώνει μπροστά στη σκηνή και τους υποχρεώνει να δουν βαθιά μέσα τους. Με κάποιες ευκολίες είναι η αλήθεια. Μια ματιά που μοιάζει με γροθιά σε πολλές από τις συμβάσεις στις οποίες όλοι κάνουμε τα στραβά μάτια (όπως για παράδειγμα ότι ζούμε μια επαναλαμβανόμενη ζωή, αλλά ποιος σηκώνεται τώρα από τον καναπέ για να την αλλάξει, δεν βαριέσαι) και που ενώ με την πρώτη μοιάζει να έχει στόχο εμάς, το κοινό, τελικά πολλές φορές απογυμνώνει την ίδια και τις φοβίες της. Ισως και μια καλά κρυμμένη ευαισθησία.
«Ολη αυτή η ασχήμια, η χυδαιότητα, η αναξιοκρατία και η βία που υπάρχει γύρω μας με ταράζουν τόσο, που στον γραπτό μου λόγο βγαίνουν ως οργή και αγανάκτηση. Πάντα με ενοχλούσε το ανθρώπινο είδος. Είναι εκείνο που μισεί, φθονεί, ζηλεύει, θέλει να εκμεταλλευτεί» λέει η ίδια για όσα γράφει και για τον τρόπο που τα διατυπώνει.
Ουκ ολίγες φορές οι παραστάσεις της μοιάζουν με βίαιες συνεδρίες ψυχοθεραπείας – διότι ποια (κυρίως γυναίκα) δεν βρήκε κάτι από τον εαυτό της στην περίφημη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.» ή ποιος δεν έχει σκεφθεί έστω και για λίγο όσα ρατσιστικά σκεφτόταν η κατά τα άλλα φιλόξενη παρέα στο «Αουστρας ή η Αγριάδα» (και τα δύο έργα πρωτοπαίχτηκαν στο Εθνικό Θέατρο).
Εκεί όμως που αισθάνεσαι το ράπισμα στο πρόσωπο και θες να της βγάλεις το καπέλο επειδή μπόρεσε να σε πιέσει να δεις κάτι που γνωρίζεις αλλά επιδεικτικά προσποιείσαι τον αδιάφορο, είναι που χύνει την καρδάρα με το γάλα. Διότι μαζί με το εύστοχο και λιτό κείμενό της, σαν κουβέντες με τον κολλητό την ώρα του καφέ, έρχονται οι ατελείωτες και συχνά άσκοπες χυδαίες βρισιές, λες και κάποιος εκτονώνεται πάνω στη σκηνή για όλα όσα του φταίνε σε τούτο τον μάταιο κόσμο. Το αίμα, τη βία και το κιτς. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σε μία από τις πιο δριμείες κριτικές του για το «Χαίρε Νύμφη» – τον οποίο περιποιείται προφανώς στην εισαγωγή της «Κοκκινοσκουφίτσας» – την έχει χαρακτηρίσει «Κιτσ-οπούλου». Οι σκηνές βιασμού, οι αυτοκτονίες, τα παιχνίδια με τα μικρόφωνα, οι υπερβολικές φωνές, οι μάσκες και τα σκηνικά που παραπέμπουν σε μια κουζίνα – τα οποία έχουν αναδειχθεί σε φετίχ για τη Λένα Κιτσοπούλου. Και μια δική της ημίγυμνη εμφάνιση. «Τα εργαλεία της Κιτσοπούλου είναι τα εργαλεία ενός παιδιού όταν αρχίζει να ζητάει την προσοχή σου» έχει πει η Λένα Διβάνη.







