Ηταν ένας ακόμη μακρύς χειμώνας της ελληνικής πολιτικής με μια κυβέρνηση κουρασμένη από τον διμέτωπο στη Βουλή και στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Και ξαφνικά, το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου η Ελλάδα βγήκε στις αγορές. Για να αποδειχθεί, αντιστρέφοντας μια ατάκα που στοίχειωσε την ελληνική πολιτική την τελευταία πενταετία, ότι «λεφτά υπάρχουν» διεθνώς.
Ζητήσαμε 3 δισ. ευρώ και μας πρόσφεραν 20 δισ. Με επιτόκιο κάτω από 5%, ακριβώς στα επίπεδα που είχαν ξαναβγεί στις αγορές η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Μόνο που αυτό είχε γίνει πριν από εμάς. Και αυτό ήταν η επείγουσα προτεραιότητα: η εικόνα μιας Ελλάδας που μένει πίσω γιατί είναι απροσάρμοστη και τελικά διαφορετική από τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις.
Επιστρέφοντας από την Αμερική
Η απόφαση ότι πρέπει να επιδιώξουμε έξοδο στις αγορές ελήφθη – δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς – από τον Αντώνη Σαμαρά στα τέλη του καλοκαιριού. Μετά τη διπλή επίσκεψη στις ΗΠΑ και τις θετικές επαφές με παράγοντες των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, ο Πρωθυπουργός επεξεργάζεται τη στρατηγική του χειμώνα με τον υπουργό Οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα, αλλά και με δύο δικούς του ανθρώπους. Τον Χρύσανθο Λαζαρίδη και τον Σταύρο Παπασταύρου. Ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος είναι δεδομένος. Η γρήγορη διευθέτηση του υπολειπόμενου χρέους – που είναι πια στα χέρια κρατών – δεν φαίνεται πιθανή. Κάτι που, σε πρώτη φάση, απογοητεύει, αλλά δεν απελπίζει την Αθήνα. Οι συνομιλητές του Σαμαρά αναφέρονται σε αυτόν με διαφορετική ορολογία. Για τον έναν είναι «ο Μεσσήνιος». Για τον άλλον είναι «εκείνος» – η αντωνυμία με την οποία αρχίζουν οι προτάσεις. Και για τον τρίτο είναι ο «πρόεδρος».
Ισοσκελίζοντας το τρίγωνο
Ούτως Ή άλλως, ο σαμαρικός βολονταρισμός εστιάζεται στην επιστροφή στις αγορές. «Πρέπει να τη δοκιμάσουμε» λέει στους συνομιλητές του. Η επιστροφή στις αγορές είναι όμως ένα τρίπτυχο. Το ένα μέρος είναι πολιτικό – χρειάζεται διερεύνηση των εταίρων μας. Το άλλο μέρος είναι τεχνικό – ποιο θα είναι το επιτόκιο; Το τρίτο μέρος είναι διεκπεραιωτικό – με ποιους νομικούς συμβούλους θα πάμε και σε ποιες τράπεζες θα απευθυνθούμε για να μας βρουν κεφάλαια. Στο τρίτο μέρος, η προαναφερθείσα τετράδα αισθάνεται ότι έχει ένα ατού. Τον Στέλιο Παπαδόπουλο που έχει αναλάβει τον ΟΔΔΗΧ, τον Οργανισμό δηλαδή που διαχειρίζεται το δημόσιο χρέος, από το τέλος του 2012. Είναι, όπως όλα τα πρόσωπα του οικονομικού επιτελείου, επιλογή Στουρνάρα. Θα δικαιώσει την εμπιστοσύνη του, ενώ θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του Μαξίμου.
Το φθινόπωρο του 2013 η πεντάδα είναι δεμένη. Και ξέρει ότι η επιστροφή στις αγορές έχει, πριν από όλα τα άλλα, ένα βασικό προαπαιτούμενο: τη μυστικότητα. Αυτή δεν διασφαλίζεται μόνο με το να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό. Κάτι που μια ολιγομελής ομάδα κορυφής μπορεί να το επιτύχει. Αλλά με το να μην κάνεις και κινήσεις που θα σε προδώσουν. Μια από αυτές είναι να πάρεις νομικό σύμβουλο. Αν το κάνεις εκ του μηδενός, είσαι υποχρεωμένος να ζητήσεις προσφορές – άρα, σε πήραν χαμπάρι. Η λύση βρίσκεται στο να συνεχιστεί η σχέση με το αμερικανικό δικηγορικό γραφείο Cleary Gottlieb που είχε αναλάβει το PSI τον Φεβρουάριο του 2012. Εφεξής θα αναφέρονται μεταξύ των ενδιαφερομένων ως «οι αμερικανοί δικηγόροι». Υπάρχει και το θέμα των ανάδοχων τραπεζών. Αλλά το φθινόπωρο του 2013 είναι πολύ νωρίς για να μπει τέτοιο θέμα. Για την ακρίβεια, τα πράγματα είναι εντελώς χάλια.
Η μάχη του πλεονάσματος
Η κυβέρνηση νομίζει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα λειτουργήσει ως επιταχυντής. Αντ’ αυτού, μπλέκει σε έναν διαπραγματευτικό πόλεμο χαρακωμάτων με την τρόικα. Η αιχμή είναι ο Πολ Τόμσεν που αμφισβητεί περίπου τα πάντα. Οχι μόνο τα επιτεύγματα, αλλά ακόμη και τους στόχους. «Αφού δεν μπορείτε να πιάσετε αυτά τα δημοσιονομικά νούμερα» λέει κάποια στιγμή στον Στουρνάρα με ένα μείγμα συγκατάβασης και συμπάθειας, «ας το πούμε να τελειώνουμε». Για τον Τόμσεν, όπως λέει πρόσωπο που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, «η Ελλάδα είναι ο ασθενής που έχει άποψη για τη θεραπεία του». Τον Νοέμβριο η διαπραγμάτευση χτυπάει κόκκινο. Υπάρχει απόκλιση στα πάντα. Στην αριθμητική του 2013, στα νούμερα του 2014, στο χρηματοδοτικό κενό του 2016, στα διαρθρωτικά και δεν συμμαζεύεται. Υστερα από τρεις μήνες συζητήσεων, το κυβερνητικό επιτελείο έχει στυλώσει τα πόδια του. Μέσα του όμως αισθάνεται ότι έχει φθάσει στα όρια της εξάντλησης. Τότε θα συμβεί κάτι για το οποίο δεν μπορεί να δοθούν πολλές λεπτομέρειες, αλλά είναι κάτι περισσότερο από υπαρκτό. Θα βάλουν πλάτη οι Γερμανοί!
Χορεύοντας με την καγκελάριο
Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ο πέμπτος έλληνας Πρωθυπουργός με τον οποίο συνομιλεί η γερμανίδα καγκελάριος Ανγκέλα Μέρκελ. Με εξαίρεση τους κ.κ. Παπαδήμο και Πικραμμένο, που ο ένας ήταν ειδικού σκοπού και ο άλλος υπηρεσιακός, είναι γνωστή η τύχη των Κώστα Καραμανλή και Γιώργου Παπανδρέου. Αμφότεροι – και μαζί τα επιτελεία τους – θεώρησαν κάποια στιγμή ότι η καγκελάριος είχε ιδιαίτερη χημεία μαζί τους. Στην ουσία όμως είχε ιδιαίτερο ρόλο και στην ταχεία φθορά και πτώση τους. Το Βερολίνο είχε αίσθημα εξαπάτησης από την κυβέρνηση Καραμανλή το 2009, οπότε η σχέση πάγωσε. Αντίστοιχα, το 2011 δημιουργήθηκε η εικόνα ότι ο Παπανδρέου ήταν ένας άνθρωπος που είτε δεν είχε τον έλεγχο είτε δεν ήταν σε θέση να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ο ίδιος αναλάμβανε. Σίγουρα, η επικοινωνία είχε χαθεί – ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι ο πρώην πρωθυπουργός θεωρούσε ότι είχε ενημερώσει το Βερολίνο εγκαίρως, από τα τέλη του καλοκαιριού του 2011, για την ιδέα του δημοψηφίσματος. Η καγκελάριος όμως, γνωστή στους ευρωπαϊκούς κύκλους και ως Μερκεβέλ, λόγω της μακιαβελικής πλευράς της, συμμετείχε απαθής στη μεγάλη σφαγή του G20 των Καννών.
Το πρώτο ουσιαστικό ραντεβού Μέρκελ – Σαμαρά γίνεται τον Μάρτιο του 2012, στο πλαίσιο μιας συνόδου του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Είναι η πρώτη φορά που τον βλέπειως πρωθυπουργό εν αναμονή. Η άρνηση του Σαμαρά στο Μνημόνιο έχει παγώσει τον Βορρά. Η κουβέντα γίνεται με ευθύτητα. Αλλά η καγκελάριος είναι επιφυλακτική. Στη φωτογραφία μετά ο Σαμαράς χαμογελάει, αλλά εκείνη έχει κάνει το γνωστό σχήμα ρόμβου με τις παλάμες – που είναι σήμα κατατεθέν της αυτοσυγκράτησής της. Η αλήθεια είναι ότι το Βερολίνο έχει λόγους να ανησυχεί. Φρέσκος πρωθυπουργός τον Ιούνιο του 2012 ο Σαμαράς έχει μια λέξη στο μυαλό του: «Επαναδιαπραγμάτευση». Ωστόσο, το πρόβλημα στο μάτι τον εγκλωβίζει στο σπίτι του στην Κηφισιά και η αδυναμία του να ταξιδέψει τον κρατάει μακριά από τον επιβεβλημένο γύρο των πρωτευουσών της Ευρώπης. Στο δίμηνο αυτό ο Πρωθυπουργός, λέει αμερικανοσπουδασμένος συνεργάτης του, είναι σαν τον κουόρτερμπακ, τον πασαδόρο του αμερικανικού φούτμπολ, που εκείνος έχει τραβηχτεί πολύ πίσω και οι επιθετικοί του δεν έχουν ξεμαρκαριστεί μπροστά για να τους πετάξει την μπάλα με το σχήμα του πεπονιού.
Ο δύσκολος Ιούλιος του Στουρνάρα
Τον κρίσιμο Ιούλιο του 2012 συμβαίνουν δύο πράγματα. Αναλαμβάνει υπουργός Οικονομικών ο Γιάννης Στουρνάρας. Δεν γνωρίζεται με τον Σαμαρά, αλλά είναι ο πιο έμπειρος χειριστής της ελληνικής οικονομίας, ξέροντας τι σημαίνει αυτό εντός και εκτός της χώρας. Εντός σημαίνει κόστος και ο Στουρνάρας δεν έχει αναστολές ή αυταπάτες. «Ρίξ’ τα όλα επάνω μου» λέει στον Σαμαρά. Πέντε λέξεις που είναι μουσική στα αφτιά ενός έμπειρου πολιτικού. Την ίδια ώρα ο Σαμαράς «εκπαιδεύει» πολιτικά τον Στουρνάρα που ζορίζεται στην αρχή και με την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ αλλά, κυρίως, με τον Βαγγέλη Βενιζέλο. Καμιά φορά στις συσκέψεις κορυφής του Μαξίμου οι φωνές του προέδρου του ΠαΣοΚ ακούγονται μέχρι έξω. «Εχω αμέτρητες πληγές από τριάντα χρόνια στην πολιτική» λέει κάποια στιγμή ο Σαμαράς στον Στουρνάρα, «κάποιες δεν έχουν κλείσει ακόμη». Ο υπαινιγμός είναι σαφής. Στουρνάρας και Βενιζέλος θα φάνε ένα βράδυ Ιουλίου στην ταράτσα του Milos στο Χίλτον, με τη μεσολάβηση του Χρίστου Βερελή. Στο εξωτερικό κομμάτι, ο Στουρνάρας, που ανήκει στους έλληνες illuminati του ευρώ, δεν έχει αυταπάτες για το πώς είναι η ατμόσφαιρα για την Ελλάδα. Είναι, άλλωστε, το καλοκαίρι της δραχμής όπου όλο το γερμανικό κατεστημένο θέλει να μας πάει.
Από τη Γαλλία με αγάπη
Ολοι εκτός από την Ανγκελα Μέρκελ που το ψάχνει. Η καγκελάριος θα ρωτήσει τον Γεργκ Ασμουσεν – που ήταν τότε στην ΕΚΤ – τι θα σήμαινε μια έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ. «Ποιος ξέρει;» θα της απαντήσει αυτός. «Πώς θα σας φαινόταν μια ευρωζώνη με δέκα μέλη;». Η καγκελάριος καταλαβαίνει. Η ΕΚΤ ήταν, άλλωστε, σφόδρα αντίθετη στη δραχμοποίηση του ελληνικού προβλήματος. Ο Στουρνάρας περνάει σιγά σιγά τα μηνύματα. Η σχέση με το Βερολίνο είναι υπό κατασκευή. Αν κάποιοι βοηθούν είναι οι Γάλλοι. Δίνουν πληροφορίες για το πώς βλέπουν τα πράγματα οι Γερμανοί και πολύτιμες συμβουλές. Οχι μόνο ο Μοσκοβισί αλλά και ο τριαντάρης ταλαντούχος οικονομικός σύμβουλος του Ολάντ Εμανουέλ Μακρόν, που έχει όλη την πληροφόρηση του Ελιζέ για το πώς έχουν τα πράγματα στην καγκελαρία.
Το δεύτερο πράγμα που συμβαίνει το καλοκαίρι του 2012 είναι η επίσκεψη του Ζοζέ Μπαρόζο. Ξέρει καλά τον Σαμαρά από παλιά. Την τελευταία φορά που ήταν στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2009, τον είχε ξεναγήσει ως υπουργός Πολιτισμού στο Μουσείο της Ακρόπολης. Ο Πορτογάλος προειδοποιεί με την ευγένεια της Ιβηρικής τον συνομιλητή του: «Αν πεις τη λέξη “επαναδιαπραγμάτευση” θα σταματήσουν να ακούνε τι λες…». Στο τέλη Αυγούστου ο Σαμαράς πάει Παρίσι – Βερολίνο. Είναι σε αυτό το τετ α τετ που θα γίνει μια ειλικρινής κουβέντα και θα μπει η βάση της σχέσης με τη Μέρκελ. Ο Στουρνάρας θα έχει, και αυτός, ένα εξαιρετικά δύσκολο ραντεβού με τον Σόιμπλε. Βγαίνοντας στέλνει ένα από τα γνωστά του SMS σε έλληνα δημοσιογράφο. Είναι κρυπτικό: «ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΓΙΑΤΙ, ΑΛΛΑ ΒΓΗΚΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΣ».
Ο αφανής κρίκος και η Λουφτβάφε
Περισσότερα δεν λέγονται. Αλλά ο Σαμαράς έχει αποφασίσει ότι θα δείξει στους Ευρωπαίους ότι δεν φοβάται τα δύσκολα ή το κόστος, ώστε να χτίσει αξιοπιστία. Είναι μια στρατηγική που θα ξαναβάλει την Ελλάδα στην Ευρώπη. Η θετική συνέπεια του πρώτου ραντεβού στο Βερολίνο φαίνεται γρήγορα. Η Μέρκελ έρχεται στα τέλη Οκτωβρίου στην Αθήνα και σπάει το άτυπο ευρωπαϊκό εμπάργκο που έχει κρατήσει δύο χρόνια. Στο παρασκήνιο όμως έχει συμβεί κάτι πολύ σημαντικό. Η καγκελάριος έχει υποδείξει στον έλληνα Πρωθυπουργό έναν πολύ στενό της σύμβουλο που θα είναι το διαρκές σημείο επαφής της Αθήνας με το Βερολίνο. Πρόκειται για κορυφαίο πρόσωπο και για σημαντική αλλά και ιδιαίτερα προστατευμένη σχέση. Εφεξής η Αθήνα πετάει με ραντάρ – ακόμη και όταν περνάει μέσα από τα πιο πυκνά σύννεφα. Τα επόμενα δύο χρόνια η σχέση θα βαθύνει, ενώ θα υπάρξουν και επισκέψεις εκατέρωθεν που δεν ανακοινώνονται ποτέ. Η σχέση Ελλάδας – Γερμανίας αποκαθίσταται σταδιακά πλήρως, την ώρα που οι κήρυκες της μισαλλοδοξίας εν Αθήναις τα βάζουν με το Βερολίνο με απαράδεκτες χιτλερικές αναφορές.
Το 2013 τα SMS της Μέρκελ δεν είναι ασυνήθιστα στο Νokia (!) κινητό του Σαμαρά. Μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Το Βερολίνο δεν θέλει ποτέ η Αθήνα να βρεθεί χωρίς μίτο μέσα στον λαβύρινθο της κρίσης. Και σε κρίσιμες φάσεις, βάζει πιπέρι στον Μινώταυρο του ΔΝΤ. Η μία – ίσως η πιο κρίσιμη – είναι τον περασμένο Νοέμβριο, όπου έπαιξε ρόλο ο Σόιμπλε. Η άλλη είναι στη σκληρή διαπραγμάτευση του Μαρτίου για το πρωτογενές πλεόνασμα. Οι λευκές νύχτες στην Αθήνα διαλύουν τα νεύρα των συμμετεχόντων. Ο Σαμαράς επιμένει, παρά τα τηλεφωνήματα εκ Βρυξελλών και τις ευγενείς παραινέσεις. Ο Τόμσεν, αφού έχει χάσει τη μάχη της αμφισβήτησης του πλεονάσματος, οχυρώνεται πίσω από το επιχείρημα ότι η κυβέρνηση δεν έχει πραγματική ρευστότητα για να δώσει τα λεφτά. Και τότε, όπως λέει πηγή που ξέρει, «έρχεται η γερμανική αεροπορία και βομβαρδίζει». Είναι μια θετική αναφορά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη γλώσσα των φυσικών
Ισως η μεγαλύτερη επιτυχία του Σαμαρά είναι ότι μετέτρεψε τη Γερμανία από αμφισβητία σε κρυφό σύμμαχο και, τελικά, σε υποστηρικτή της Ελλάδας. Είναι επιτυχία προσωπική, αφού έχει να κάνει με τον τρόπο που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός συνομιλεί με την καγκελάριο. Μια κουβέντα όπου τα σημεία λόγου – που τα δούλευαν έως αργά το βράδυ της Πέμπτης ο Χρύσανθος Λαζαρίδης με τον Σταύρο Παπασταύρου – είναι σε κοφτές προτάσεις και σε πολύ απλά αγγλικά. Ευθύτητα διακρίνει και τη Μέρκελ. Κάποια στιγμή μιλώντας για το χρέος η καγκελάριος, με τη μεθοδολογία του φυσικού επιστήμονα, ορίζει μια νοητή γραμμή για τον έλληνα Πρωθυπουργό και του δείχνει την αρχή της – «εσύ είσαι εδώ» – και το τέλος της – «εγώ είμαι εδώ». Το υπονοούμενο είναι ότι ο Σαμαράς τρέχει πολύ γρήγορα μπροστά. Η Μέρκελ καταλαβαίνει την πίεση που του ασκεί το εσωτερικό ελληνικό πολιτικό ακροατήριο, αλλά την ίδια ώρα έχει και εκείνη να χειριστεί το δικό της.
Ωστόσο, η επιτυχία έχει να κάνει και με τη διαχείριση της επαφής με τους Γερμανούς. Ο Σαμαράς λειτουργεί επίπεδα και ασύμμετρα. Δεν διστάζει να δει την τρόικα – κάτι που προκάτοχοι του στο Μαξίμου απέφευγαν – ή να κατέβει ένα σκαλί στο πρωτόκολλο και να δει τον Σόιμπλε, που δεν είναι πρωθυπουργός αλλά υπουργός Οικονομικών. Η προσέγγιση αυτή σπάει τα φράγματα και μεγιστοποιεί τα αποτελέσματα για ευνόητους λόγους. Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, πειθόμενος ο ίδιος, έχει βοηθήσει στο να πειστεί η Μέρκελ. Είναι η λεγόμενη κυκλωτική διαπραγμάτευση.
Μεσάνυχτα με τον Τόμσεν
Πίσω στην ατζέντα, καθώς μπαίνει ο Μάρτιος η στοχοπροσήλωση δεν είναι στο χρέος, αυτό πάει για το φθινόπωρο, αλλά στην έξοδο στις αγορές. Στα ημερολόγια του Μαξίμου και της καγκελαρίας έχουν γραφτεί ήδη όχι με στιλό αλλά με μολύβι – δηλαδή με επιφύλαξη – δύο ημερομηνίες. Η 10η Απριλίου – για να βγει η Ελλάδα στις αγορές. Και η 11η Απριλίου για να έρθει στην Αθήνα και να φάει με τον Αντώνη Σαμαρά στην ταβέρνα Στροφή, με θέα την Ακρόπολη, η Ανγκέλα Μέρκελ.
Η επίσκεψη είναι, όπως λένε στη διπλωματική ορολογία, TBC – to be confirmed, προς επιβεβαίωση. Η έξοδος στις αγορές απαιτεί να κλείσει το review με την τρόικα. Ομως η 17η Μαρτίου περνάει και αυτό δεν κλείνει με τίποτε. Ισα ίσα, το ρήγμα ανοίγει, πάνε να πέσουν μέσα οι ελληνικές τράπεζες σε βαθμό που ο Γιώργος Προβόπουλος έρχεται σε σύγκρουση με τον Τόμσεν που του τηλεφωνεί μεσάνυχτα. Ο Παπαδόπουλος στον ΟΔΔΗΧ έχει κάνει ήδη τις πρώτες επαφές και ξέρει ότι υπάρχει μεγάλη όρεξη για ένα ελληνικό ομόλογο. Η πίεση είναι τεράστια. Είναι η φάση που ο Αντώνης Σαμαράς παθαίνει πνευμονία. Αλλά επιστρέφει από το Δουβλίνο έχοντας αντιληφθεί ότι το έδαφος είναι ώριμο για την έξοδο στις αγορές. Ο Σαμαράς θα ξανακυλήσει – λόγω υπερδραστηριότητας – το Σαββατοκύριακο πριν από την 25η Μαρτίου. Ωστόσο, αυτό δεν θα τον εμποδίσει να δώσει το πράσινο φως για την έξοδο στις αγορές. Αυτό δίνεται τη Δευτέρα 24 Μαρτίου όταν η πεντάδα αξιολογεί πάλι όλα τα στοιχεία, τη συγκυρία και τα νούμερα. Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.
Η απόφαση κλειδώνει στο άτυπο Eurogroup που γίνεται στην Αθήνα στις 1 και 2 Απριλίου. Στο τραπέζι ο Μάριο Ντράγκι αφηγείται ιστορίες από τη δεκαετία που πέρασε ως κορυφαίος αξιωματούχος του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών, όταν συνεργάστηκε με τον έναν πρωθυπουργό μετά τον άλλον.
Δύο εμπόδια πριν από το νήμα
Για τον Στουρνάρα, η επιστροφή στις αγορές είναι θέμα τιμής. Το 2010, όταν ο έλεγχος του δανεισμού χάνεται, είναι εγκλωβισμένος στο ΙΟΒΕ – εκτός κυβέρνησης. Παπακωνσταντίνου και Σαχινίδης, το δίδυμο του υπουργείου Οικονομικών, καλούν τον Στουρνάρα μαζί με άλλους «βετεράνους» σε μια συνάντηση για να πάρουν ιδέες. Η ένταση είναι απτή. «Αν δεν μπορέσετε να βρείτε λεφτά στις αγορές δεν υπάρχει μόνο το ΔΝΤ, υπάρχει και το Κλαμπ του Παρισιού» τους λέει ειρωνικά. Ο υπαινιγμός είναι βαρύς – το Κλαμπ του Παρισιού είναι για χώρες τύπου Σουδάν που δεν τις δανείζει κανείς και μαζεύονται λεφτά ad hoc από μεγάλα κράτη που έχουν συμφέροντα. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Στουρνάρας είναι υπουργός Οικονομικών και η Ελλάδα ετοιμάζεται να επιστρέψει.
Αλλά έχουν υπολογίσει χωρίς δύο απρόοπτα. Το ένα είναι ο Μπαλτάκος. Το σοκ είναι μεγάλο, αλλά είναι πάνω από όλα προσωπικό για τον Πρωθυπουργό, του οποίου ο γενικός γραμματέας της Κυβέρνησης ήταν επιλογή. Θεωρεί ότι η επιπολαιότητα των χειρισμών τον προδίδει προσωπικά. Το άλλο απρόοπτο είναι η διαρροή στην εφημερίδα «Suddeutshe Zeitung» ότι επίκειται έξοδος της Ελλάδας στις αγορές! Είναι προφανές – «το έκαναν αυτοί!» – ότι το έκανε η γερμανική κυβέρνηση. Η Αθήνα όμως θα κρατήσει το στόμα σφιγμένο. Η αναταραχή με το Μπαλτάκος-γκέιτ είναι μεγάλη. Ο Σαμαράς έχει περιθώριο έως τις 4 Απριλίου για να σταματήσει τη διαδικασία. Δεν το κάνει. Το Σαββατοκύριακο ένας επισκέπτης στο Μαξίμου βρίσκει τον Πρωθυπουργό κουρασμένο, αλλά και σε κεφάτη έξαψη αφού εξομολογείται ότι τον απασχολεί πραγματικά – έστω κι αν δεν δίνει λεπτομέρειες – μόνο ένα θέμα: «Τώρα να δούμε πώς θα βγούμε στις αγορές…». Είναι 5 Απριλίου.
Σπριντ στα τελευταία μέτρα
Η Αθήνα δεν κρύβει πλέον ότι έχει την πρόθεση να κάνει το βήμα, αφού η είδηση βγήκε από το Βερολίνο, αλλά δεν λέει πότε. Παρότι είναι προαποφασισμένο. Είναι η ώρα να ληφθούν και άλλες κρίσιμες αποφάσεις – όχι χωρίς ρίσκο, παρά τη διερεύνηση – κάτι που εξηγεί την πρωθυπουργική εγρήγορση. Με πόσες τράπεζες ως αναδόχους θα βγούμε και με τι είδους κάλυψη; Σκληρή κάλυψη – «hard underwriting» – σημαίνει ότι η ανάδοχος τράπεζα αναλαμβάνει την ευθύνη αν δεν βρεθούν επενδυτές να πάρει η ίδια τα ομόλογα. Είναι ένδειξη δειλίας της χώρας που βγαίνει στις αγορές. Η πεντάδα Μαξίμου – Οικονομικών αποφασίζει να μην πάει με «hard underwriting» ούτε με δύο τράπεζες – μια αμερικανική και μια γερμανική – αλλά με έξι που να μαζέψουν μόνο ότι θα δώσει η αγορά. Αυτό κρατάει την προμήθεια των τραπεζών σε εντελώς φυσιολογικά επίπεδα. Τα υπόλοιπα είναι, όπως λένε, Ιστορία. Δεν υπάρχει φράση που να ειπώθηκε στο Μαξίμου όταν υπερκαλύφθηκε, αλλά περισσότερο η αλλαγή στην έκφραση Σαμαρά που είδε ξαφνικά ένας συνεργάτης του. Ενα βάρος είχε φύγει από τον Πρωθυπουργό που ήταν άλλος άνθρωπος.
Η έξοδος στις αγορές δεν κατεβάζει μόνο τα επιτόκια ούτε έχει απλώς ψυχολογική σημασία. Ανοίγει τον δρόμο για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αγοράζει ελληνικά ομόλογα, όπως κάνει με την Ιταλία και την Ισπανία. Είναι κάτι που θα διεκδικήσουμε μαζί με την Πορτογαλία. Το να δανειζόμαστε με επιτόκιο κάτω από 5% σημαίνει ότι, έστω κι αν είμαστε ακόμη σε πρόγραμμα, η οποιαδήποτε βοήθεια από την ΕΚΤ, παραδείγματος χάριν το ρολάρισμα των ANFA’s, δεν αποτελεί πλέον νομισματική χρηματοδότηση – κάτι που αντιβαίνει στο καταστατικό της. Στην πραγματικότητα, ξαναβγαίνοντας στις αγορές μπήκαμε πάλι κάτω από την ομπρέλα της Φρανκφούρτης, άρα επαναβεβαιώνουμε τη θέση μας στην ευρωζώνη.
Παρ’ όλα αυτά, η έξοδος στις αγορές είναι μόνο μια μάχη. Το οικονομικό επιτελείο θέλει να βγει από μια σχέση με την τρόικα που κάθε φορά έχει 120 προαπαιτούμενα για να ξεκλειδώσει μια δόση – κάτι που μας έχει εξαντλήσει. Οπως θέλει και να απεγκλωβιστεί από μια λογική «που μας βάζει να ματώνουμε στη Βουλή για το ψωμί και το γάλα, όταν οι ελληνικές τράπεζες έχουν βρει τρία δισ. και βάλε από την αγορά». Η Αθήνα έχει μπροστά της την έξοδο από το Μνημόνιο, τη νέα αναδιάρθρωση του χρέους και, κυρίως, το ξεκαθάρισμα της σχέσης με το ΔΝΤ, στο οποίο η Γερμανία βάζει παρασκηνιακά όρια, ενώ ήταν το Βερολίνο που το έφερε στην ευρωζώνη. Τέλος, υπάρχει η ανάγκη κεφαλαίων για ανάπτυξη. Κοινώς, ο αγώνας δικαιώνεται – αλλά συνεχίζεται κιόλας.








