Είναι μια απορία που την εκφράζουν, άλλοτε με θαυμασμό και άλλοτε με καχυποψία, αρκετοί ξένοι επισκέπτες της χώρας μας, αλλά και εγχώριοι σχολιαστές: πώς γίνεται και η ελληνική κοινωνία δεν έχει ακόμη διαλυθεί από τα απάνθρωπα μέτρα της λεγόμενης μνημονιακής πολιτικής; Και η απορία συμπληρώνεται από την παρατήρηση ότι αλλού τέτοια μέτρα θα είχαν προκαλέσει όχι απλώς κοινωνική έκρηξη αλλά επανάσταση.
Η εξήγηση του ανεξήγητου είναι ανατριχιαστικά απλή: η ελληνική κοινωνία δεν έχει διαλυθεί επειδή ήταν ήδη διαλυμένη, όταν ενέσκηψαν η οικονομική χρεοκοπία και το Μνημόνιο. Και μια διαλυμένη κοινωνία δεν μπορεί ποτέ να επαναστατήσει.
Τη διάγνωση της αποσύνθεσης την έκανε, σαν αμείλικτος τομογράφος, το πιο βαρυσήμαντο γεγονός που συνέβη αυτόν τον αιώνα στην Ελλάδα πριν από την Κρίση: ο Δεκέμβρης του 2008. Μόνο που τότε δεν διαβάσαμε σωστά το μήνυμα. Αλλοι είδαν στα όσα διαδραματίζονταν εκείνες τις ημέρες και εβδομάδες στους δρόμους των πόλεών μας τη μηδενιστική παραφορά κακομαθημένων βλαστών του νεοελληνικού μικροαστικού ευδαιμονισμού. Αλλοι, αντίθετα, την απαρχή ενός ελπιδοφόρου ριζοσπαστικού κινήματος. Καθώς όμως το μέλλον είναι μια αποκρυπτογράφηση του παρελθόντος, μπορούμε αναδρομικά να καταλάβουμε καλύτερα τι σήμαινε εκείνη η ασύμμετρη, σε σχέση με την αφορμή της, βία, εκείνο το αβυσσαλέο μίσος που ξέσπασε, με φωτιές, σπασίματα και αλαλιασμένα γκράφιτι σε τοίχους και μνημεία, πάνω σε οτιδήποτε αντιπροσώπευε την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια ζωή, την ίδια την εθνική Ιστορία. Ηταν το ουρλιαχτό μιας κοινωνίας που διαισθανόταν την κατάπτωσή της, το αδιέξοδό της, την αποτυχία της, και τιμωρούσε τον ίδιο τον εαυτό της, καταστρέφοντας ό,τι συμβόλιζε τη συλλογικότητά της.   
   
Γιατί η ελληνική κοινωνία εκείνο τον καιρό δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο πιο εύρωστη από τη σημερινή. Απλώς ήταν φορτωμένη με φτιασίδια και στολίδια, άσχημα άλλωστε, που πάσκιζαν να κρύψουν την παρακμή της. Πολύ πριν από την Κρίση ξέραμε, κι ας μην το ομολογούσαμε ούτε στον εαυτό μας, πόσο είχαν φθαρεί οι μύθοι που εξύψωναν άλλοτε ατομικές συμπεριφορές σε συλλογικές αξίες.
Η κοινωνικότητα; Είχε εκφυλιστεί σε διαγωνισμούς νεοπλουτίστικης επίδειξης. Η παιδεία; Την επικαλούνταν όλοι υποκριτικά ως δικαίωμα και ανεκτίμητο αγαθό, ενώ έβλεπαν αδιάφορα ή και επιδοκιμαστικά να εξευτελίζεται στα λύκεια, να γίνονται τα πανεπιστήμια εστίες κομματικής ασυδοσίας, ποταπών συναλλαγών, ακόμη και φιλοξενίας δραστηριοτήτων του υποκόσμου. Οι ιδεολογίες και τα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων; Χονδροειδή προσχήματα, αντιληπτά από όλους, αλλά και αποδεκτά από τους περισσότερους, σε έναν αχαλίνωτο, χωρίς αρχές ανταγωνισμό για την άλωση του κράτους και τη διανομή των λαφύρων. Η πολυθρύλητη ελληνική ευστροφία; Ούτε μία, μα ούτε μία καινούργια ιδέα, πολιτική, επιχειρηματική ή καλλιτεχνική, δεν γεννήθηκε όλα εκείνα τα χρόνια, όπως δεν γεννήθηκε και στις σημερινές συνθήκες, που την κάνουν τόσο δραματικά αναγκαία. Ο περιλάλητος ελληνικός ανθρωπισμός; Τον διέψευσε παταγωδώς η μεταχείριση που επιφυλάξαμε στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, τρισχειρότερη από εκείνη των «ανάλγητων» Γερμανών.
Η ελληνική οικογένεια; Ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία μας αποκαλύπτουν τώρα τη νοσηρότητά της, που αποσιωπούσαμε σαν ένοχο μυστικό. Η Εκκλησία; Τα ατέλειωτα σκάνδαλα που ήρθαν σωρευτικά στο φως το 2006 έσβησαν μεμιάς την αίγλη που της είχε δώσει προσωρινά ένας αρχιεπίσκοπος ο οποίος είχε έτσι κι αλλιώς περισσότερο κοσμικό λούστρο παρά χριστιανική πνευματικότητα. Η δημόσια τάξη, η ευνομία; Πολίτες παρανομούσαν καθημερινά και επιθετικά μπροστά στα απαθή βλέμματα αστυνομικών και τροχονόμων. Η ελληνική φιλοπατρία; Μαρτυρούν την ποιότητά της τα σκουπίδια και τα αυθαίρετα που παραμόρφωσαν σαν λέπρα την ύπαιθρο και τις πόλεις μας.
Για τη διαφθορά και το πώς γίναμε πρωταθλητές Ευρώπης σε αυτό το άθλημα δεν θα επαναλάβουμε τα γνωστά. Θα σημειώσουμε μόνο το εντυπωσιακότερο γνώρισμά της, εκείνο που μας ξεχωρίζει από τους ανταγωνιστές μας για τα πρωτεία και μας κάνει ακατανίκητους: όπως δείχνει το πιο πρόσφατο παράδειγμα, η περίπτωση του λάβρου, ανυποχώρητα αριστερού, ιερά αγανακτισμένου, πατριωτικά αντιμνημονιακού συνδικαλιστή που συνελήφθη για συμμετοχή στο κύκλωμα λαθρεμπορίας πετρελαίου, η διαφθορά σ' εμάς είναι τόσο εσωτερικευμένη ως αυτονόητο δικαίωμα ώστε θεωρείται απολύτως συμβατή με τις αγνότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις. Είναι βέβαιο ότι ο άξιος αυτός συνέλληνας πίστευε ειλικρινά τα όσα διακήρυσσε. Γιατί αλλιώς δεν θα ξόδευε στην αντιμνημονιακή δράση του τόσο πολλή από την ενέργεια που χρειαζόταν για την άλλη.
Μια κοινωνία μπορεί να ανεχθεί το είδωλό της που της επιστρέφει η πραγματικότητα, όταν η μία ή η άλλη λεπτομέρειά του δεν ανταποκρίνεται στην εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της. Αλλά δεν μπορεί να το ανεχτεί, όταν διαψεύδει ολόκληρη αυτή την εικόνα. Και επειδή τέτοιοι καθρέφτες δεν σπάνε ούτε είναι δυνατό μακροπρόθεσμα να τους αποφύγει κανείς, το αίσθημα ματαίωσης και αηδίας για τον εαυτό φωλιάζει τότε στο συλλογικό σώμα, απλώνεται, οξύνεται και κάποια στιγμή εκρήγνυται, με τη μορφή αυτοκαταστροφικής μανίας. Τέτοια έκρηξη ήταν ο Δεκέμβρης του 2008. Ακολούθησε, όπως ήταν αναμενόμενο, η εξάντληση. Το σκάσιμο της οικονομικής φούσκας και το Μνημόνιο βρήκαν μια Ελλάδα ήδη εξουθενωμένη και αφασική μέσα στο πάχος της και τη μηχανικά συνεχιζόμενη κραιπάλη της.
Γι' αυτό νομίζω ότι δεν είναι σωστό κάτι που υποστηρίζεται πολύ συχνά, πως οι Ελληνες (τουλάχιστον οι Ελληνες που στοιχίζονται πίσω από τις αντιμνημονιακές σημαίες) νοσταλγούν την προηγούμενη κατάσταση και θέλουν την επιστροφή σε αυτή. Η δική μου αίσθηση είναι ότι οι περισσότεροι ή πάντως ολοένα περισσότεροι Ελληνες συνειδητοποιούν πόσο νοσηρός, εξαχρειωτικός, σε τελική ανάλυση κίβδηλος ήταν εκείνος ο παράδεισος. Και η περίεργα, για πολλούς παρατηρητές, υποτονική αντίδραση του λαού στη σκληρότατη λιτότητα δεν φανερώνει τώρα πια μούδιασμα αλλά περίσκεψη, ανασύνταξη και προσπάθεια αναπροσανατολισμού. Δεν βλέπουμε άραγε πώς ο δημόσιος χώρος ανακτάται λίγο λίγο, αντιστρέφοντας το ρεύμα των προηγούμενων δεκαετιών, όχι πια με κομματικές ή συνδικαλιστικές συγκεντρώσεις αλλά με εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, πολιτιστικά συμβάντα και μικρές υπαίθριες γιορτές, που διοργανώνονται από ομάδες πολιτών στις πλατείες και τους δρόμους των πόλεών μας, ξαναφέρνοντας τους ανθρώπους κοντά τον ένα στον άλλο;