Δεν είναι η πρώτη φορά που η κόρη του δημοσιογράφου Βάσου Μαθιόπουλου και της αρχαιολόγου Ελσης Μαθιοπούλου – Τορναρίτου απασχολεί τα μέσα ενημέρωσης της χώρας, στην οποία κατέφυγε η δημοκρατική οικογένειά της μετά την κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τους δικτάτορες. Η Μαργαρίτα σπουδάζει στη Βόννη, στη Σορβόννη, στο Χάρβαρντ και στο Στάντφορντ σύγχρονη ιστορία, νομικά, ιταλική φιλολογία και ψυχολογία, ενώ το όνομά της ακούγεται πρώτη φορά δημόσια το 1987, όταν ο ηγέτης των γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, Βίλι Μπραντ, την προτείνει για τη νεοϊδρυθείσα θέση της εκπροσώπου Τύπου του κόμματος.
Η οικογένεια της 29χρονης Μαθιοπούλου διατηρεί φιλικούς δεσμούς με ισχυρούς γερμανούς πολιτικούς όπως ο Μπραντ και ο πρώην πρόεδρος της χώρας Γκούσταβ Χάινεμαν, η πρόταση του πρώτου ωστόσο προκαλεί σεισμικές δονήσεις στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα SPD. Η Μαθιοπούλου δεν διαθέτει κομματική ταυτότητα ούτε συνδέεται με κάποιον τρόπο με το SPD, κατέχει ελληνικό διαβατήριο και ο αρραβωνιαστικός της Φρίντμπερτ Πφλίγκερ είναι ο εκπρόσωπος Τύπου του προέδρου της Γερμανίας Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ και συνάμα ανερχόμενο στέλεχος του αντίπαλου Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος. Ο Πφλίγκερ παίζει φλογέρα, αυτή είναι επιδέξια πιανίστρια και οι δύο λατρεύουν τον Μπαχ, κάνουν τζόγκινγκ, διαβάζουν, πηγαίνουν για σκι στην Ελβετία και προτιμούν για τις διακοπές τους την Ελλάδα και την Ιταλία. Εκείνη του μαγειρεύει ζυμαρικά, παρότι η ίδια προτιμά το ψάρι, αρραβωνιάζονται και η πολιτική σκηνή της Γερμανίας αποκτά το δυναμικότερο νέο ζευγάρι.
ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΑΛΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ. Η νεαρή Ελληνίδα αποσύρεται τελικά από τη διεκδίκηση της θέσης της εκπροσώπου Τύπου στο SPD για να μη βλάψει τον Βίλι Μπραντ, αλλά ο κάτοχος του Νομπέλ Ειρήνης αναγκάζεται να παραιτηθεί μετά την κατακραυγή που προκάλεσε η πρότασή του. Ο δρόμος ανοίγει πλέον για τους δύο ερωτευμένους που παντρεύονται τον ίδιο χρόνο και στη γαμήλια τελετή ξεχωρίζουν, ανάμεσα στους υψηλούς προσκεκλημένους τους, ο Βίλι Μπραντ και ο Ρίχαρντ φον Βάιτσεκερ. Το γκλαμουράτο ζεύγος κεντρίζει και πάλι το ενδιαφέρον του σκανδαλοθηρικού Τύπου την άνοιξη του 2001 όταν μπαίνει στη ζωή του συζύγου η ταλαντούχα – και προικισμένη με μακριές γάμπες – ξανθιά βοηθός του. Η πέτρα του σκανδάλου μένει έγκυος, η Μαργαρίτα παθαίνει σοκ όταν το μαθαίνει και ανάμεσα στους δύο συζύγους ξεσπά πόλεμος δηλώσεων, προς μεγάλη ευχαρίστηση των κουτσομπολίστικων περιοδικών και εκπομπών. Το διαζύγιο έρχεται ως φυσιολογική κατάληξη το 2003, η υπόθεση όμως δεν τελειώνει εδώ καθώς ο πρώην σύζυγος διεκδικεί βάσει του γερμανικού νόμου αποζημίωση 157.000 ευρώ, επειδή η Μαργαρίτα είχε υψηλότερα εισοδήματα από τον ίδιο. Ο Πφλίγκερ κερδίζει την υπόθεση και τελεσίδικα το 2006, ενώ παντρεύεται την τέως βοηθό του, με την οποία κάνει και δεύτερο παιδί.
Πρόκειται ίσως για την πρώτη ήττα στη ζωή της Ελληνίδας με τις πολύπλευρες δραστηριότητες. Η Μαθιοπούλου δηλώνει καθηγήτρια πανεπιστημίου, επιχειρηματίας, αναγνωρισμένη πολιτολόγος, ιστορικός, σύμβουλος επιχειρήσεων, παθιασμένη διπλωμάτης και κοσμοπολίτισσα με την πραγματική έννοια της λέξης, καθώς μετακινείται συνεχώς μεταξύ του Βερολίνου, του Χονγκ Κονγκ και της Ουάσιγκτον. Παράλληλα συγγράφει, εκτός από την επίμαχη διατριβή «της», βιβλία για την πρώην Ανατολική Γερμανία, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τις ΗΠΑ, γράφει άρθρα για μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο Χέλμουτ Κολ και ο Ανδρέας Παπανδρέου, πραγματοποιεί ομιλίες στο Ντύσελντορφ, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, στη Νάπολη, στο Ουάσιγκτον, στο Κέμπριτζ, κ.α., όπως αποκαλύπτει και στον προσωπικό της ιστότοπο.
Οσοι τη γνωρίζουν, μιλούν για μια ελκυστική και πνευματώδη γυναίκα, εξαιρετικά κομψή, με προτίμηση στο μαύρο χρώμα και με βλέμμα που προβάλλει αποφασιστικότητα. Της καταλογίζουν επίσης υψηλές διασυνδέσεις, χάρη στις οποίες δεν αποκαλύφθηκε νωρίτερα η υπόθεση με τη διατριβή της, παρότι οι πρώτες ενδείξεις για τη χρήση ξένου υλικού είχαν δημοσιευθεί ήδη στις 11 Σεπτεμβρίου 1989 στο περιοδικό «Ντερ Σπίγκελ». Στις ενδιάμεσες δεκαετίες υπήρξαν αρκετές αναφορές από διαφορετικές πηγές για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά η διδάκτωρ του πανεπιστημίου της Βόννης αντέτεινε ότι επρόκειτο για απλή παράλειψη της καταγραφής των ξένων πηγών.
ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ ΒΕΣΤΕΡΒΕΛΕ. Η δημοσιογραφία κατέχει σημαντικό μερίδιο στη ζωή της, καθώς ργάστηκε επί μια πενταετία στη δημόσια γερμανική τηλεόραση, από το 1977 έως το 1979 διετέλεσε ακόλουθος Τύπου στην κυπριακή πρεσβεία στη Βόννη, ενώ την περίοδο 1983-1985 ήταν ανταποκρίτρια της ΕΡΤ1 στη Γερμανία. Οι δεσμοί της με την Ελλάδα παραμένουν ισχυροί, μάλιστα από το 2000 έως το 2001 διορίζεται από τον τότε υπουργό Εθνικής Αμυνας Ακη Τσοχατζόπουλο πρόεδρος διεθνούς επιτροπής με αντικείμενο την αναδιάρθρωση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Αποχωρεί όταν ιδρύει μαζί με επώνυμους συνεταίρους της – όπως ο τέως πρωθυπουργός της Σουηδίας Καρλ Μπιλντ και ο πρώην αρχηγός του γερμανικού Στρατού Κλάους Νάουμαν – την εταιρεία συμβούλων και μεσολάβησης ΕΑG με αντικείμενο τους εξοπλισμούς, η οποία μεταξύ των άλλων αναμείχθηκε στις πωλήσεις υποβρυχίων στην Αίγυπτο και στην Κροατία. Καθώς, ωστόσο, συνεχίζει να διακατέχεται από το μικρόβιο της πολιτικής, το 2002 γίνεται μέλος του κόμματος των Ελεύθερων Δημοκρατών FDP. Από τότε ανήκει στον κύκλο των στενών συνεργατών του γερμανού υπουργού Εξωτερικών Γκίντο Βεστερβέλε, με ειδικότητα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας.
Το σκάνδαλο με τη διατριβή μπορεί να έχει πάντως πολλαπλές παρενέργειες, παρότι οι δικηγόροι της έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να προσφύγουν στο ανώτερο δικαστήριο. Η Μαθιοπούλου δεν κινδυνεύει να χάσει μόνο την έδρα της στο Πανεπιστήμιο του Πότσνταμ, αλλά να βρεθεί και εκτός κόμματος. Το 2013 είναι εκλογική χρονιά, το FDP παλεύει να πιάσει το μαγικό όριο του 5% για να μπει στην Μπούντεσταγκ και είναι υποχρεωμένο να προσέχει κάθε λεπτομέρεια. Σε αυτό το πλαίσιο, θα είναι μάλλον δύσκολο να διατηρήσει στις γραμμές της μια Ελληνίδα, που καταδικάστηκε από γερμανικό δικαστήριο για «εξαπάτηση από πρόθεση».