Η συνεχιζόμενη πίεση προς την Ελλάδα από τους εταίρους και δανειστές μας, σε συνδυασμό με την αδυναμία των ελληνικών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν όσα έχουν υποσχεθεί, φαίνεται να «αποδίδει» περισσότερο στο επίπεδο της δημιουργίας αρνητικών αισθημάτων σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα απέναντι στο ευρώ και στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και λιγότερο στο επίπεδο της δημοσιονομικής προσαρμογής, εφόσον δεν έχει ακόμη επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό (δηλαδή θετικό υπόλοιπο εσόδων-δαπανών χωρίς τους τόκους), ούτε και στο επίπεδο του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, εφόσον ακόμη βρίσκεται περίπου στο 9% του ΑΕΠ.
Οι υπόγειες διαδρομές των ρευμάτων του αντιευρωπαϊσμού μπορεί ακόμη να μην είναι αισθητές στην επιφάνεια, δηλαδή στο επίπεδο των κομμάτων που έχουν σήμερα την πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αν συνεχιστεί η αφόρητη πίεση πάνω στην ελληνική κοινωνία από τους ευρωπαίους δανειστές και εταίρους μας δεν θα υπάρξει σύντομα ορατή πολιτική μεταστροφή προς άλλες κατευθύνσεις, ενδεχομένως επικίνδυνες για τη γεωπολιτική θέση και τη δημοκρατική πορεία της χώρας μας.
Οι εταίροι και δανειστές μας δεν έχουν ίσως συνειδητοποιήσει ότι η διαρθρωτική και δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτούν, και πρέπει να γίνει, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα σε ασφυκτικά χρονικά όρια και με αγανακτισμένους κρατικούς υπαλλήλους από τις συνεχείς περικοπές των μισθών τους και υπό την απειλή απολύσεων.
Επίσης, δεν έχουν ίσως αντιληφθεί ότι η συνεχιζόμενη πίεση στους μισθούς και στις συντάξεις του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα βυθίζει ακόμη περισσότερο την οικονομία στην ύφεση, μειώνοντας τα δημόσια έσοδα και αυξάνοντας το λόγο χρέους/ΑΕΠ, επειδή η ελληνική οικονομία έχει σημαντικές ιδιομορφίες:
α) το ΑΕΠ στη χώρα μας βασίζεται στην κατανάλωση και όχι στην παραγωγή και στις εξαγωγές,
β) η δομή της αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών είναι τέτοια που η μείωση της ζήτησης δεν οδηγεί σε μείωση των τιμών,
γ) η δομή της κοινωνίας (το 50% των απασχολούμενων αποτελείται από μικροεπιχειρηματίες, επαγγελματίες, μικρέμπορους, αγρότες κ.λπ.) δυσκολεύει την αποτελεσματική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, όχι μόνο λόγω διοικητικής δυσκολίας/ανικανότητας αλλά και λόγω εκλογικών υπολογισμών, εφόσον όλοι αυτοί αποτελούν και πελατεία των κομμάτων εξουσίας.

Η αφόρητη πίεση των εταίρων και δανειστών μας έχει άμεσο αποτέλεσμα να αυξάνει την κοινωνική κατακραυγή, αυξάνοντας την ανεργία (24% του εργατικού δυναμικού), οδηγώντας στη φτώχεια όλο και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, υποθηκεύοντας το μέλλον του τόπου με τη φυγή στο εξωτερικό των περισσότερο εκπαιδευμένων νέων Ελλήνων και καταστρέφοντας κάθε δημιουργική διάθεση στον χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας με την απαξίωση του έργου των καθηγητών και ερευνητών.
Υπάρχουν αλλαγές που γίνονται στη χώρα μας μέσω της πίεσης για διαρθρωτική προσαρμογή και άλλες που, ενώ μοιάζουν στους ευρωπαίους εταίρους μας αυτονόητες, δεν μπορούν να γίνουν, όχι μόνο γιατί το πολιτικό μας σύστημα διοικητικά αδυνατεί και ταυτόχρονα δεν τις θέλει (εφόσον βασίζεται σε μία συγκεκριμένη κοινωνική δομή), αλλά και γιατί είναι συχνά αδύνατον να τις πραγματοποιήσει μέσα σε συνθήκες δημοκρατίας και ελευθερίας.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, αντί να αναλαμβάνουν δεσμεύσεις απέναντι στους εταίρους-δανειστές μας χωρίς να συνειδητοποιούν ότι από όσα δεσμεύονται δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν παρά ελάχιστα, έπρεπε να τους έχουν εξηγήσει από την αρχή τους λόγους που το συγκεκριμένο πρόγραμμα προσαρμογής δεν μπορούσε τόσο γρήγορα και «εύκολα» να εφαρμοστεί (ελληνικές ιδιομορφίες). Μόνον έτσι η χώρα μας δεν θα είχε γίνει αναξιόπιστη στα μάτια των ευρωπαίων εταίρων μας και δεν θα εκλιπαρούσε τώρα την επιείκειά τους προκειμένου να αντιμετωπιστεί η σημερινή ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα.
Ο Ναπολέων Μαραβέγιας είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός