Με έναν φίλο ζωγράφο καθόμαστε στον πεζόδρομο της οδού Μακρυγιάννη, με τα αναρίθμητα πλέον καφέ, τη θέα του Παρθενώνα και τις φωτισμένες αίθουσες του Μουσείου της Ακρόπολης. Η βραδιά θα τελείωνε χωρίς ουσιώδη προβληματισμό αν δεν ξεκόρμιζε από το πλήθος χοροπηδηχτή μια κοινή φίλη σφιχτοπιασμένη με έναν πολύ νεότερό της αλλοδαπό - από γειτονική χώρα. Ανώτερη κρατική υπάλληλος, μετατέθηκε τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα τού σημερινού της συντρόφου, ο οποίος δεν μιλάει γρι ελληνικά αλλά το μάτι του δείχνει να καταλαβαίνει το νόημα και της πιο ειδικής λέξης.
Δεν πρόλαβε να καθήσει τον κώλο της στην καρέκλα η φίλη και άρχισε έναν εξάψαλμο για την Ελλάδα και τους Ελληνες, «πόσο μίζεροι και κακόμοιροι είμαστε», πόσο κείνο, πόσο το άλλο, σε αντίθεση με τους συμπατριώτες του φίλου της που είναι «γενναιόδωροι, ανοιχτόκαρδοι, υπέροχοι άνθρωποι όλοι τους» για να καταλήξει πως «στην Ελλάδα πια θα έρχεται μόνο για διακοπές και πολύ της πέφτει» (της Ελλάδας εννοείται).
Κατ' αρχάς, όταν μιλάς για τον εαυτό σου σε σχέση με τους άλλους δεν λες μονάχα τι θέλεις εσύ αλλά αναρωτιέσαι τι θα θέλανε και οι άλλοι, γιατί δεν αποκλείεται πριν να τους απορρίψεις εσύ να σε είχανε στείλει οι άλλοι από εκεί που ήρθες. Ομως δεν γίνεται, ακόμα και στην καθημερινή κουβέντα των ανθρώπων - εκεί πρωτίστως - μια χώρα, η οποιαδήποτε χώρα - στη συγκεκριμένη περίπτωση η Ελλάδα - να παρουσιάζεται υπόλογη, πολύ περισσότερο μάλιστα καταδικαστέα, γιατί ο ενθουσιασμός ενός προσωπικού έρωτα τη μεταβάλλει σε στοιχείο σύγκρισης με μιαν άλλη χώρα.
Η γυναίκα για την οποία μιλάμε στην Ελλάδα έχει εργαστεί, ως υπάλληλος του ελληνικού κράτους συνεχίζει να εργάζεται, με Ελληνα έχει κάνει το παιδί της, με χρήματα και θέση που της εξασφαλίζει αυτή η κακοδαίμων χώρα γνώρισε τον αλλοδαπό και τον ερωτεύτηκε. Είναι ωραίο να συμπεριφέρεται κανείς ως αναρχοαυτόνομος, φτάνει να έχει διαχωρίσει τη θέση του και να μην προσπαθεί να ταιριάξει την κρατικοδίαιτη απολαβή με την επαναστατική συμπεριφορά. Οποιοσδήποτε, άνδρας ή γυναίκα, δικαιούται να ερωτευτεί Βούλγαρο, Αλβανό, Τούρκο ή Γιουγκοσλάβο, με γεια του και με χαρά του. Να περνάει μάλιστα στη χώρα του πολύ ωραιότερα σε σχέση με τη δική του. Χρειάζεται όμως λίγη προσοχή, γιατί όταν εκπνεύσει ο έρωτας ενδέχεται ο αλλοδαπός και οι συμπατριώτες του να αποδειχτούν πολύ χειρότεροι σε σχέση με «τους μίζερους και κακόμοιρους Ελληνες». Επιπλέον, όταν ασεβούμε και ξεχνούμε τα πάντα σε σχέση με τον τόπο μας που καλώς ή κακώς μάς έζησε τόσα χρόνια, γινόμαστε ανεπίδεκτοι να εκτιμήσουμε άλλες χώρες, όταν αλλάξει η υποκειμενική συνθήκη - που αλλάζει πάντα - και αντί του έρωτα νιώσουμε για έναν άνθρωπο μίσος. Με συνοικιακά όμως, επί της ουσίας, μυαλά δεν γίνεται παγκοσμιοποίηση. Οσο και αν η καλοπροαίρετη, κατά τα άλλα, φίλη νόμιζε ότι θέτει με τον έρωτά της τις προϋποθέσεις μιας ευρύτερης επικοινωνίας που το καθημερινό σεξ της διασφάλιζε. Με λίγα λόγια, αν όλα αυτά συνέβαιναν πριν από αιώνες και η ίδια ερωτευόταν έναν αλλοδαπό και ο αλλοδαπός αυτός διέθετε εξουσία, είναι σίγουρο ότι θα του παρέδιδε τη χώρα της προκειμένου να του αποδείξει πόσο ερωτευμένη είναι μαζί του!

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από