Μια μικρή πινακοθήκη με 46 έργα τέχνης και μεγάλες υπογραφές - από Πικάσο και Ματίς έως Μπονάρ, Μπρακ και Μπουρντέλ - φτάνει στην πληγωμένη από τον Εμφύλιο Ελλάδα ως φόρος τιμής στους Ελληνες που αντιστάθηκαν με γενναιότητα κατά των Γερμανών. Πίσω από την πρωτοβουλία βρίσκεται ο γάλλος λόγιος φιλέλληνας και αργότερα μέλος της Ακαδημίας Αθηνών Ροζέ Μιλιέξ και η πεζογράφος σύζυγός του Τατιάνα Γκρίτση-Μιλιέξ. Και η «σοδειά» τους κάνει το ντεμπούτο της στην Αθήνα του 1949, στον χώρο του Γαλλικού Ινστιτούτου (πριν παραδοθούν τα έργα στην Εθνική Πινακοθήκη) με την υποστήριξη του τότε διευθυντή του Οκτάβιου Μερλιέ. Ανάμεσά τους και το «Γυναικείο κεφάλι» του Πικάσο με αφιέρωση στον ελληνικό λαό από το χέρι του ίδιου του καλλιτέχνη, το οποίο έκανε φτερά από την Εθνική Πινακοθήκη τα ξημερώματα της Δευτέρας.
Ολα αρχίζουν τον χειμώνα του 1942. Το ζεύγος Μιλιέξ έχει εγκαταλείψει την Ελλάδα μετά την εισβολή των ναζιστικών στρατευμάτων και ζει στον γαλλικό Νότο. Ταυτόχρονα ο Πάμπλο Πικάσο βρίσκεται υπό γερμανική παρακολούθηση. Αρνείται να λάβει μέρος σε οποιαδήποτε έκθεση κατά τη διάρκεια της Κατοχής και δουλεύει αδιάκοπα στο εργαστήριό του. Ο Ανρί Ματίς βλέπει την Γκεστάπο να συλλαμβάνει τη γυναίκα και την κόρη του. Ο Ζορζ Μπρακ, ο Πιερ Μπονάρ και ο Ζορζ Ρουό αφήνουν πίσω τους το πνιγηρό κατεχόμενο Παρίσι και επιλέγουν κι εκείνοι την ηρεμία του γαλλικού Νότου.
Τότε είναι που γεννιέται η ιδέα μιας προσφοράς προς την Ελλάδα που αντιστεκόταν σθεναρά στον εχθρό.
«Τότε ο νους μας πήγαινε μόνο σ' ένα γραφτό μνημείο, σ' ένα είδος Χρυσής Βίβλου όπου Γάλλοι κάθε σειράς και κάθε μόρφωσης θα' ρχονταν να καταθέσουν τη μαρτυρία του θαυμασμού, της λατρείας, της αδελφικής αλληλεγγύης, που δοκιμάσανε σιωπηλά από το 1940 ίσαμε 1944 μπροστά στο θάμα που στάθηκε τότες η εμπόλεμη Ελλάδα» γράφει στον πρόλογο του καταλόγου της πρώτης εκείνης έκθεσης «Φόρος τιμής στην Ελλάδα» (17-29/4/1949) ο γάλλος λόγιος ο οποίος όταν διετέλεσε υποδιευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας με διευθυντή τον Οκτάβιο Μερλιέ οργάνωσε με το πλοίο «Ματαρόα» την αποστολή 140 νέων ελλήνων επιστημόνων και καλλιτεχνών στη Γαλλία ώστε να σπουδάσουν με υποτροφία.
«Τη στιγμή που αρχίζαμε να μαζεύουμε το υλικό του βιβλίου για την Ελλάδα από τους Γάλλους διανοούμενους, έτυχε να συναντήσουμε στο δρόμο μας και καλλιτέχνες. Πρώτος ο Αντρέ Φουζερόν μάς πρότεινε να διαλέξουμε ή μερικές γραφτές φράσεις του, ή ένα από τα έργα του. Επειτα ο μεγάλος Ματίς, από το Βανς, με την ταπεινοφροσύνη που χαρακτηρίζει τους αληθινά μεγάλους, μας ρωτούσε: "Νομίζετε πως ένα σχέδιό μου θα γινόταν δεκτό από την Πινακοθήκη της Αθήνας;" και μας υποβάλλει την ιδέα
ν' αποταθούμε από μέρους του σε μερικούς αναγνωρισμένους καλλιτέχνες για να μαζέψουμε κι απ' αυτούς κάτι ανάλογο, φόρο τιμής προς τους Ελληνες διανοούμενους».
Αρχικά η δωρεά περιλαμβάνει 29 έργα -λάδια, χαρακτικά, σχέδια, βιβλία τέχνης - από 26 γάλλους καλλιτέχνες ή «Γάλλους υιοθετημένους, όπως ο Γαλάνης και ο Μάριος Πράσινος ή όπως η κυρία Μπουρντέλ που χαρίζοντάς μας ένα ωραιότατο κεφάλι Παλλάδος, νόμιζε πως εκτελεί μια μεταθανάτια εντολή του ανδρός της, ένα φόρο τιμής που πρόσφερε ο μεγάλος γλύπτης στη γη που τον έθρεψε με το πνεύμα της και τον έδεσε με τη σάρκα της». Επιπλέον δωρεές αύξησαν τελικά τα έργα σε 46: 28 λάδια, 12 γκραβούρες και σχέδια, τέσσερα γλυπτά και δύο βιβλία. Η δωρεά συμπληρώνεται από 110 κείμενα γάλλων καλλιτεχνών, συγγραφέων και διανοουμένων που αποτελούν μηνύματα συμπαράστασης και αλληλεγγύης στον ελληνικό λαό και φυλάσσονται στο Εθνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
Και μπορεί ο Ροζέ Μιλιέξ να προειδοποιούσε μέσω του προλόγου του πως «η έκθεση αυτή των έργων σύγχρονης γαλλικής τέχνης (...) δεν είναι μια έκθεση σαν τις άλλες. Πρέπει να μην κριθεί με τα συνειθισμένα κριτήρια και να εκτιμηθεί με τρόπο εντελώς διαφορετικό» και πως «η Ελλάδα θ' άξιζε κάτι πολύ περισσότερο και πολύ καλλίτερο», ωστόσο δεν στάθηκε αρκετό για να προλάβει τις αρνητικές κριτικές. Η εφημερίδα «Εστία» (25/4/1949) στο άρθρο της «Μία έκθεσις πουρ λ' οριάν» που υπογράφεται με το αρχικό γράμμα Μ. επιτίθεται και χλευάζει τα έργα που αποτελούν τη δωρεά. Το άρθρο αντανακλά το λυσσαλέο κλίμα της πολιτικής μισαλλοδοξίας αφού ο συγγραφέας καταδικάζει τα έργα όχι μόνο για την καλλιτεχνική τους αξία αλλά και για τις πολιτικές πεποιθήσεις των δημιουργών τους.
«Δημοσιεύουμε από απλό χρέος ενημερότητας κάποιες εικόνες από την έκθεση του Γαλλικού Ινστιτούτου - τις μόνες που θα μπορούσαν να κρεμαστούν σε τοίχο - όχι βέβαια της Εθνικής Πινακοθήκης της Ελλάδος, αλλά σε καμιά ιδιωτική συλλογή. Οι άλλες είναι ντροπή που μας χαρίστηκαν».
Θετική ωστόσο είναι η κριτική του Δ. Ευαγγελίδη στο περιοδικό «Νέα Εστία». Η έκθεση χαρακτηρίζεται ως «σημαντικό καλλιτεχνικό γεγονός» και εξαίρεται η χειρονομία των γάλλων καλλιτεχνών. Παρατηρεί ωστόσο ότι το ελληνικό κοινό δεν είναι έτοιμο να δεχθεί παρόμοιες αισθητικές αντιλήψεις που απηχούν ένα «παγκόσμιο κίνημα».
«Πρόκειται για μια ιστορική δωρεά» λέει σήμερα στα «ΝΕΑ» η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. «Ενώ μαίνεται ο Εμφύλιος, οι γάλλοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες τιμούν την Αντίσταση των Ελλήνων κατά των Γερμανών». «Αν δεν βρεθούν τα έργα - και ειδικά ο Πικάσο - δεν πρόκειται να συνέλθω. Αν και δεν ήταν από τα πιο γοητευτικά έργα του Πικάσο και κατά συνέπεια δεν νομίζω πως το ερωτεύτηκε κάποιος συλλέκτης ώστε να παραγγείλει την κλοπή του, είναι τεράστια η συμβολική σημασία του η οποία υπερβαίνει την καλλιτεχνική του. Είναι το μοναδικό έργο του Πικάσο που ανήκε σε συλλογή δημόσιου μουσείου στην Ελλάδα και το κενό είναι δυσαναπλήρωτο. Εχοντας όμως όλα αυτά τα στοιχεία στην πίσω όψη του - ημερομηνίες, την αφιέρωση και την υπογραφή του καλλιτέχνη - καθίσταται αδύνατη η πώλησή του».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από