Φυτώρια αγώνα οι φοιτητικοί σύλλογοι

Βρέθηκε στην Αθήνα πρώτη φορά για να σπουδάσει. Δεν ήξερε τα στέκια της. Παιδί αγροτικής οικογένειας από το Αγρίνιο, ο Γρηγόρης Τζουμάκας έπρεπε να χτίσει τον δικό του κόσμο στη νέα του πόλη. Αγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ξεκίνησε από ένα νεοκλασικό στα Εξάρχεια, όπου το δωμάτιο στοίχιζε 50 δραχμές νοίκι για τους φτωχούς φοιτητές. Σύχναζε έξω από το δημαρχείο, όπου πουλούσε κάλτσες. Αργότερα έγινε πλασιέ βιβλίων αλλά και βιομηχανικός εργάτης. Μακριά από την πατρική στέγη, χωρίς πολλές διεξόδους για διασκέδαση, αναζητούσε έναν χώρο με γνώριμα πρόσωπα που θα τους ένωναν κοινά βιώματα. Τον βρήκε στον Φοιτητικό Σύλλογο Αιτωλοακαρνάνων. Στο επίσημο καταστατικό της ήταν μία ακόμη οργάνωση με σκοπό τη διάσωση τοπικών παραδόσεων. Στις συναντήσεις των μελών της όμως λειτουργούσε ως χώρος προβληματισμού και αντιδικτατορικού λόγου. Ηταν ένα ζυμωτήριο ιδεών, αγανάκτησης και οραμάτων. Ενας από τους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στους ήδη πολιτικοποιημένους φοιτητές (μέλη ή μη των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα) και την ευρεία μάζα της πανεπιστημιακής νεολαίας. Ηταν το μέρος όπου ο Γρηγόρης Τζουμάκας και πολλοί άλλοι ωρίμασαν πολιτικά.

«Ολοι στον Σύλλογο μοιραζόμασταν την ίδια προσδοκία: να φύγει η χούντα. Και οι περισσότεροι δεν είχαμε πάνω μας πολιτική ετικέτα», θυμάται ο Τζουμάκας, φοιτητής τότε στο Πολιτικό της Νομικής. Στο Αγρίνιο, στα μαθητικά του χρόνια, η Αστυνομία διέλυε τις παρέες του όταν μαζεύονταν κάπου πάνω από τρεις. Ηταν κουρεμένος με την ψιλή και σε κάθε στενό κοιτούσε πίσω από τον σβέρκο του. Μήπως κάποιος τον παρακολουθεί. Στις κλειστές κοινωνίες οι απόψεις σου ήταν το ίδιο εκτεθειμένες όσο και το πρόσωπό σου. «Στην Αθήνα όμως ήταν αλλιώς. Μέσα στον Σύλλογο μπορούσαμε πλέον να μιλήσουμε», λέει. Χρειάστηκαν όμως χρόνια για να βγουν οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι από τον γύψο στον οποίο τους είχε εγκλωβίσει η δικτατορία. Αρκετοί από αυτούς προϋπήρχαν και είχαν δική τους ομοσπονδία. Είχαν σχηματιστεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Το 1967 όμως καταργούνται μαζί με όλες τις νεολαιίστικες παρατάξεις καθώς η χούντα θέλει να εξουθενώσει έναν δυνάμει αντίπαλό της. Στις περισσότερες φοιτητικές παρέες, το επόμενο διάστημα, τις συζητήσεις μονοπωλεί το ποδόσφαιρο και μετέπειτα η επιτυχία της συμμετοχής του Παναθηναϊκού στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης. Οσοι νέοι προετοιμάζουν δράσεις κατά του καθεστώτος αναγκάζονται να περάσουν στην παρανομία. Οπως ο Γιάννης Καούνης, φοιτητής τότε της Νομικής και μέλος της οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος». Ενας από τους έντεκα που συμμετείχαν σε αντιδικτατορική πορεία στην οδό Ερμού στις 26 Αυγούστου του ’67 (ίσως η πρώτη που έγινε ανοιχτά στην πόλη), χωρίς κουκούλες. Στη δική του περίοδο, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, όταν οι περισσότεροι σιωπούσαν, αυτός μαζί με άλλους άφηνε το στίγμα του στους πανεπιστημιακούς τοίχους. «Ρήγας Φεραίος» έγραφαν τότε με βερνίκι παπουτσιών ή μπλε μπογιά στα υπόγεια της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Ηταν οι εποχές που μια υπογραφή σε παρθένο τοίχο αποτελούσε σημάδι επανάστασης. Σήμερα, οι ίδιοι χώροι έχουν γίνει καμβάς κομματικών παρατάξεων, γκραφιτάδων και οπαδικών συνθημάτων.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Στα χρόνια του Γιάννη Καούνη, ακόμα κι αν οι τοπικοί σύλλογοι βρίσκονταν σε νάρκη, οι νέοι που κινούνταν στη σκιά της κοινωνίας μετέφεραν στις δραστηριότητές τους γνωρίσματα της τοπικής παράδοσης. Οπως λέει ο ίδιος, εφηύρε μαζί με άλλους Μεσσήνιους μια μέθοδο για να ξεδιπλώνονται με ασφάλεια τα επαναστατικά πανό τους – δάνειο από τον τρόπο που έφτιαχναν πυροτεχνήματα (σαΐτες) στην Καλαμάτα το Πάσχα. Δίπλωναν το πανό και το έδεναν με έναν σπάγκο από κανναβόσκοινο που είχαν εμποτίσει σε διάλυμα νιτρικού νατρίου. Κρεμούσαν το πανό, με την καύτρα τσιγάρου άναβαν τον σπάγκο και μέχρι αυτός να κοπεί και να ξετυλιχτεί το σύνθημα, αυτοί είχαν απομακρυνθεί. Η ζωή στην παρανομία όμως, πέρα από την αδρεναλίνη μιας διαδήλωσης και μιας πορείας, είχε πολλές μοναχικές στιγμές. Σχεδόν ασκητικές. Σε σπίτια δανεικά, κρυμμένοι πλέον από τους χαφιέδες στις σχολές τους, ζούσαν με τράκες και βιβλία. Χρόνο που αξιοποίησε ο Καούνης, πριν συλληφθεί από τις Αρχές, για να διαβάσει μεταξύ άλλων το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι και την «Κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας» του Eνγκελς.

Οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι αναγεννιούνται αρχές του ’72, με τον Καούνη να έχει περάσει από την παρανομία στη φυλακή και αργότερα στο φίμωτρο της υποχρεωτικής στράτευσης. Αρκετοί φοιτητές σαν κι αυτόν είχαν την ίδια μοίρα. Με τα πανεπιστήμια απογυμνωμένα σε μεγάλο βαθμό από επαναστάτες, η θηλιά της δικτατορίας άρχισε να χαλαρώνει στις σχολές. Το δικτατορικό καθεστώς αισθάνεται αρκετά ισχυρό και προσπαθεί να πλάσει μια καλύτερη εικόνα της χώρας προς την Ευρώπη. Σε αυτό το κλίμα ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης βρίσκουν πάτημα οι φοιτητές. Στην Κρήτη, όπου βρίσκονται για τις διακοπές τους ντόπιοι φοιτητές, αρχίζει συζήτηση μεταξύ κεντρώων και αριστερών για το πώς θα πάρουν το πάνω χέρι στον Σύλλογο για να αποφύγουν ένα φιλοχουντικό προεδρείο. Τον Μάρτη του ’72 εκλέγεται το πρώτο συμβούλιο από τους Κρήτες. Πρόεδρός του ο Βασίλης Πεντάρης, μετέπειτα βουλευτής της Ενωσης Κέντρου. Στην προεδρία του Συλλόγου τον διαδέχτηκε το ’73 η συγγραφέας σήμερα Ιωάννα Καρυστιάνη. Στους Αρκάδες πρόεδρος εκλέγεται ο Κώστας Λαλιώτης και στους Ηπειρώτες ο Στέφανος Τζουμάκας. Αργότερα οι Κρήτες θα εξελιχθούν στους πιο δραστήριους πολιτικά, ενώ το Κέντρο της Αθήνας γεμίζει με γραφεία τοπικών συλλόγων (περίπου 15 από αυτούς εμφανίζονται την ίδια περίοδο), σε οδούς όπως η Γενναδίου και η Βερανζέρου αλλά και σε δρόμους γύρω από την Πλατεία Εξαρχείων.

«Εξελίχθηκαν σε έναν σημαντικό πυλώνα του φοιτητικού κινήματος», παρατηρεί ο Κώστας Μανουσάκης, μαθηματικός σήμερα στα Χανιά. «Στις Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα, εφόσον δεν γνώριζες τον άλλον ήσουν πιο επιφυλακτικός στην προσέγγιση. Τον περνούσες από κόσκινο. Αν έφερε μύστακα και μακριά μαλλιά, αν τον έβλεπες και στην κηδεία του Σεφέρη, τότε ήξερες ότι ήταν σοβαρή περίπτωση», λέει και προσθέτει ότι στους συλλόγους δεν υπήρχε η ίδια επιφυλακτικότητα. «Βρισκόμασταν με παιδιά που είχαμε μεγαλώσει μαζί. Τους ξέραμε. Ακόμα και να τολμούσαν να καρφώσουν κάποιον, μετά δεν θα είχαν θέση στην τοπική κοινωνία».

ΦΤΩΧΕΙΑ

Στην αρχή βέβαια, για τους περισσότερους φοιτητές – ειδικά για τους πολιτικά ανένταχτους -, οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι αποτελούν ένα νέο στέκι. Η πλειονότητα των νέων από την επαρχία καταγόταν από φτωχές οικογένειες. Δεν είχαν τα χρήματα για να συχνάζουν στο «Λυχνάρι» μαζί με τα παιδιά των βορείων προαστίων και έτρωγαν τα μεσημέρια σε εστιατόρια με κουπόνια. Ερωτικά, οι περισσότεροι προσέγγιζαν τις μαθήτριες καθώς οι φοιτήτριες «κοιτούσαν τη χρυσή νεολαία της Σόλωνος. Εψαχναν κάποιον φτιαγμένο», θυμάται μέλος τοπικού φοιτητικού συλλόγου. Μοιράζονταν όμως το ενδιαφέρον για ταινίες τέχνης ή επισκέπτονταν αριστερά βιβλιοπωλεία. Για κάποιους οι εικόνες και τα ακούσματα εκείνης της εποχής τούς συντροφεύουν μέχρι σήμερα. Κάτι που φάνηκε πρόσφατα στο Μαρούσι, στην κηδεία του Κώστα Τζιαντζή, ηγετικής προσωπικότητας του αντιδικτατορικού κινήματος, συντελεστή στη δημιουργία της Αντι-ΕΦΕΕ και μέλους του Συλλόγου Ηλείων Φοιτητών. Ηταν μια κηδεία με ανάγνωση έργων του Σεφέρη και τραγούδια του Θεοδωράκη.

Αν και στα καταστατικά τους τότε οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι παρουσίαζαν τη διοργάνωση εκδρομών και τη διάσωση της δημοτικής μουσικής ως κύρια αποστολή τους, σπάνια βασίζονταν σε προφάσεις για να καμουφλάρουν την πολιτική τους δράση. «Αποτελούνταν από μια γενιά που έζησε τη δικτατορία στα μαθητικά της χρόνια. Το γνώριζε το καθεστώς. Δεν είχε τόσο έντονη την αίσθηση της επιβολής όπως οι προηγούμενες γενιές και αυτό διευκόλυνε τις συναθροίσεις», παρατηρεί ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, λέκτορας της Θεωρίας της Ιστορίας και της Ιστοριογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Σύλλογος Κρητών γίνεται σημείο αναφοράς και στέκι για φοιτητές που δεν κατάγονταν από εκείνα τα μέρη, αλλά ήθελαν να μετέχουν στις συζητήσεις. Τον Μάιο του ’72 διοργανώνουν στο Σπόρτιγκ συναυλία του Γιάννη Μαρκόπουλου. Μετά το τέλος της ακολουθεί αυθόρμητα πορεία στους δρόμους με αντιδικτατορικά συνθήματα που διαλύεται από την Αστυνομία. Αυτή είναι η πρώτη σπίθα που ανάβει από τους συλλόγους. Οι Κρήτες εκδίδουν περιοδικό αρχικά με την ονομασία «Κρήνη», αργότερα με τον συμβολικό τίτλο «Ξαστεριά» και άρθρα με αντιχουντική χροιά. «Οι σύλλογοι έγιναν εστίες κυοφορίας, διακίνησης ιδεών, επαναστατικού παλμού», επισημαίνει ο Μήτσος Φωτόπουλος, πρόεδρος του Συλλόγου Μεσσηνίων Φοιτητών. «Ηταν μια όαση δημοκρατίας. Κουβέντιαζες άνετα. Μετά την πτώση εξελίχτηκαν όμως σε χώρους στράτευσης από κομματικές οργανώσεις. Αρχισαν τα καπελώματα και οι κομματικοί πόλεμοι στις συνελεύσεις», λέει ο Μπάμπης Κάρβελης, φοιτητής στο Φυσικό Αθήνας την περίοδο ’73-77 και μέλος των Μεσσηνίων.

Για κάποια από τα μέλη τους αυτοί οι σύλλογοι αποτέλεσαν βασικό πυλώνα του φοιτητικού κινήματος. Για άλλους πρωταγωνιστές της περιόδου τον κύριο ρόλο είχαν οι Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα, ενώ οι σύλλογοι συνέβαλαν σε μικρότερο βαθμό. Πού βρίσκεται η αλήθεια; «Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε αυτή τη διαδικασία. Να αναζητήσουμε ποσοστά συμβολής. Αυτό θα αδικούσε τη δράση των συλλόγων», παρατηρεί ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης. «Οι τοπικοί φοιτητικοί σύλλογοι αποτέλεσαν σημαντική ψηφίδα σε ένα παζλ που ανέδειξε το πανεπιστήμιο σε μαζικό χώρο αντίστασης. Ηταν ένας από τους βασικούς κρίκους αφύπνισης και διαμόρφωσης του φοιτητικού κινήματος».