Τώρα φτάσαμε πια πραγματικά στην «ώρα μηδέν» για τη χώρα μας. Η πτώχευση του ελληνικού κράτους δεν κατορθώθηκε να αποτραπεί. Σύμφωνα με όλες τις μέχρι χθες διαθέσιμες πληροφορίες, η απόφαση να περικοπεί πολύ η αξία των ελληνικών κρατικών τίτλων φέρεται ήδη ειλημμένη στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Από ό,τι φαίνεται, θα εξαιρεθούν μόνον οι δανειακές υποχρεώσεις της Ελλάδας απέναντι στα κράτη της ευρωζώνης και στο ΔΝΤ.   

Η σημερινή ευρωπαϊκή Σύνοδος Κορυφής παραμένει ωστόσο απολύτως κρίσιμη για εμάς. Διότι θα προσδιορίσει σε ποιο βαθμό θα προστατευθεί η ελληνική οικονομία από την κατάρρευση μετά το σφοδρό πλήγμα που θα υποστεί: πριν απ’ όλα με ποιους τρόπους και με πόσους πόρους θα εξακολουθήσει να χρηματοδοτείται ώστε να μη στεγνώσει εντελώς από ρευστότητα (εφόσον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θα νομιμοποιείται πια να δέχεται ελληνικούς κρατικούς τίτλους ως ενέχυρο για να αναχρηματοδοτεί τις εγχώριες τράπεζες∙ επανειλημμένα το έχει εξηγήσει ο Τρισέ, γι’ αυτό άλλωστε αντιτασσόταν σε κούρεμα τέτοιας έκτασης, αδύνατο να το αποδεχθούν «εθελοντικά» οι πιστωτές του ιδιωτικού τομέα).

Αλλά γνωρίζουμε ότι οι εγχώριες επιπτώσεις από την επιβολή της απομείωσης του ελληνικού χρέους δεν είναι σήμερα το μείζον πρόβλημα των ευρωπαίων ηγετών: πολύ περισσότερο έχουν να αντιμετωπίσουν την κρίση όλου του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, τον κίνδυνο «μετάδοσης» μιας αδυναμίας πληρωμών σε άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, άμεσα στη μεγάλη Ιταλία που δέχεται την επίθεση των αγορών σε συνθήκες εσωτερικής πολιτικής παράλυσης, τις απειλές για την επιβίωση εντέλει της Νομισματικής Ενωσης και του ευρώ. Συνειδητοποιώντας τους εντεινόμενους κινδύνους, η γερμανική κυβέρνηση δέχθηκε πια να αυξηθούν οι διαθέσιμοι πόροι του Ευρωπαϊκού Χρηματοπιστωτικού Ταμείου σε επίπεδα πάνω από ένα τρισ. ευρώ, μάθαμε χθες. Μένει να δούμε πώς θα κατανεμηθούν, τι θα περισσέψει για εμάς.

  Σε κάθε περίπτωση πάντως, ακόμα και στην πιο ευνοϊκή, έρχεται μια χρονιά πιο δύσκολη από τις προηγούμενες για εργαζόμενους, επαγγελματίες, συνταξιούχους, άνεργους, για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Και για να αντέξουμε θα χρειαστεί να αλλάξουν δραστικά στάση οι πολιτικές και οι οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις στη χώρα. Επί δύο χρόνια αρνήθηκαν να κατανοήσουν τους καταναγκασμούς που επέβαλλε το μεγάλο έλλειμμα με το εκρηκτικά διογκούμενο χρέος, η συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού και η απώλεια ανταγωνιστικότητας, να συνεννοηθούν μεταξύ τους πώς θα οργανώσουν τη δημοσιονομική προσαρμογή και ποιες μεταρρυθμίσεις θα υλοποιήσουν. Ο,τι αρνήθηκαν πρέπει να το πράξουν τώρα κάτω από όρους πολύ πιο δυσμενείς. Να σχεδιάσουν την κατανομή των επαχθέστερων βαρών με τρόπο που να προστατεύει τους αληθινά ασθενέστερους και να ανταποκρίνεται σε ένα αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Να σχεδιάσουν ταυτόχρονα την καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων παραγωγικών δυνατοτήτων, του πλούτου της χώρας, των διαθέσιμων πόρων από τα ευρωπαϊκά κοινοτικά ταμεία, ξένων επενδυτικών κεφαλαίων που παγίως αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία. Ολα αυτά με μειωμένη εθνική κυριαρχία στη λήψη αποφάσεων, κάτω από αυστηρότερη ευρωπαϊκή εποπτεία που θα προσπαθεί να εισαγάγει στοιχεία ορθολογισμού προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, συχνά υπακούοντας στις επιδιώξεις επιμέρους ισχυρών της Ευρώπης. 

Εύκολα θα αμφισβητούνταν ο ρεαλισμός μιας τέτοιας πρότασης. Δεν είμαστε κοινωνία αγγέλων αλλά αντιτιθεμένων κοινωνικών συμφερόντων, όπου κάθε επαγγελματική ή άλλη ομάδα, άτομο, επιχείρηση, κοιτάζει το δικό της όφελος, κέρδος, «κεκτημένο», μέσα από εδραιωμένες σχέσεις δεκαετιών με το πολιτικό σύστημα, με συναλλαγές «κάτω από το τραπέζι». Μπορεί να αλλάξει αυτό από τη μια στιγμή στην άλλη με έναν «πατριωτικό συναγερμό» σαν του ’40; Μοιάζει δύσκολο. Μόνο που ό,τι διακυβεύεται πια δεν είναι μικρότερο: η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ και στην Ευρώπη, η αποφυγή μιας οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής καταστροφής, ακόμα και εθνικής ίσως, αν ξαφνικά βρεθούμε μόνοι στο άκρο των Βαλκανίων. Σκεφτείτε τι θα σήμαινε η επιστροφή σε μια υποτιμημένη, πληθωριστική δραχμή για μισθωτούς και συνταξιούχους, για τη δημόσια περίθαλψη, πόσο θα ανταμείβονταν φοροφυγάδες και κερδοσκόποι που έβγαλαν τα ευρώ τους έξω και θα αγόραζαν τη χώρα για δεκάρες, την τρομερή ένταση των ανισοτήτων, την κοινωνική αγριότητα.

  Στο δίλημμα μπορούν να προβληθούν δύο ενστάσεις: πού να παραμείνουμε όταν η διατήρηση της ίδιας της Νομισματικής Ενωσης, της συνοχής της Ευρώπης, τελεί υπό αίρεση. Και, η αντίθετη: μη δραματοποιούμε τόσο, η Ευρώπη δεν θα αφήσει να χαθούμε. Στην πρώτη η απάντηση είναι ότι οι δυνάμεις που παλεύουν για να προχωρήσει ενωμένη η Ευρώπη παραμένουν ισχυρές, μαζί τους είναι η θέση μας. Αλλά ως προς τη δεύτερη, ας μην εφησυχάζουμε. 

 

 

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από