Η λέξη αισιοδοξία μάζεψε τα συμπράγκαλά της κι έφυγε. Στη θέση της χάσκει ένα κενό. Κενό νοήματος, κενό προοπτικής.
Περιμένεις την Κυριακή και ξέρεις ότι θα έρθει η Κυριακή, όμως τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Ακούς τους βουλευτές να σου μιλούν για τη συνείδησή τους και το πένθιμο ύφος τους στην αποκλεισμένη Βουλή είναι σαν να σου λέει ότι το επόμενο βήμα θα είναι να κηρύξουν απεργία πείνας. Ακούς για «κόκκινες γραμμές», για μη παρέκει, και ξέρεις ότι ακόμη και το τελευταίο πρόσχημα γκρεμίστηκε.
Πού πήγε η πολιτική; Ποιος μπορεί να σου υποσχεθεί ότι μπορεί, έστω και για λίγο, να βρει μια θέση για τη λέξη αισιοδοξία στο λεξιλόγιό σου; Είναι δυνατόν κάθε τρεις μήνες όλα να κρέμονται από μια κλωστή; Είναι δυνατόν κάθε τρεις μήνες να σου υπόσχονται, να δεσμεύονται, να εγγυώνται πως κάπου εδώ τελειώσαμε, πως χάσαμε ό,τι χάσαμε, πως από δω και πέρα θα βαδίσουμε με ό,τι μας απέμεινε; Και να ξέρεις ότι σε τρεις μήνες θα σου ζητήσουν και κάτι ακόμη.
Ποιος ακούει ποιον; Ακούει ο άνεργος του ιδιωτικού τομέα τον δημόσιο υπάλληλο που ελπίζει να του μείνουν τα μισά; Είναι σε θέση ο δημόσιος υπάλληλος να ακούσει τον άνεργο; Είναι σε θέση ο μικροεπιχειρηματίας να ακούσει τον δημόσιο υπάλληλο; Ολοι φωνάζουν κι ας ξέρουν πως δεν βρίσκεται κανείς για να τους ακούσει. Βλέπεις τους άλλους που μουντζώνουν τη Βουλή, όμως δεν τη μουντζώνεις γιατί ξέρεις πως τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει όσο κι αν μουντζώνεις.
Και στέκεσαι εκεί, στριμωγμένος στην πλατεία, παλεύοντας να βρεις μια θέση για τη λέξη αισιοδοξία στο λεξιλόγιό σου, κι ας ξέρεις πως τίποτε από ό,τι ξέρεις δεν το ξέρεις. Κάποιοι μιλούν για τη δύναμη του λαού, για την ισχύ του πλήθους, όμως ούτε αυτούς κατά βάθος τους πιστεύεις. Κι ακούς τους άλλους να φωνάζουν και ξέρεις πως το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να βγάλουν λίγο ακόμη από το μαζεμένο άχτι τους.
Και ψάχνεις κάπου γύρω σου να βρεις κάνα ψίχουλο πολιτικής. Να ακούσεις μια φωνή που θα σε πείσει πως ο κυνισμός τού γενικευμένου μηδενισμού δεν είναι ό,τι έχει απομείνει, πως η ζωή σου δεν είναι φτιαγμένη μόνο από λογαριασμούς. Κι ενώ περιμένεις να ακούσεις τη φωνή, αρχίζει το μπάχαλο. Πέτρες πετάνε πάνω από το κεφάλι σου, η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική, πέφτουν χημικά αέρια κι εσύ, το μόνο που μπορείς να κάνεις πια είναι να το βάλεις στα πόδια. Να τρέξεις για να γλιτώσεις, για να μην πνιγείς.
Γιατί δεν το περίμενες αυτό. Γιατί, ακόμη κι αν το περίμενες, ήλπιζες πως τουλάχιστον αυτήν τη φορά τα πράγματα δεν θα 'ναι έτσι. Πως δεν θα μείνεις και πάλι μόνος σου, μ' εκείνη την τρύπα που άφησε μες στο μυαλό σου αυτή η καταραμένη λέξη που σηκώθηκε κι έφυγε χωρίς ν' αφήσει τίποτε πίσω της. Ούτε καν τον οβολό της, έτσι, για ελεημοσύνη.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από