Μεγάλωσε µε στερήσεις ο Βασίλης Κωνσταντίνου. Γιος φιστικά και πολυµελούς οικογένειας, της οποίας τα παιδιά συµπλήρωναν… 11άδα (7 κορίτσια, 2 αγόρια) και µαζί µε τους γονείς είχαν και δύο αλλαγές!


Ο πατέρας του, καθηµερινά και για πολλές ώρες, πάλευε για το µεροκάµατο πουλώντας φιστίκια στη Νέα Ερυθραία. Το χαρτζιλίκι του ήταν 5 δραχµές την εβδοµάδα, κατά συνέπεια και µεγάλο το σοκ όταν σκόρπισε στο τραπέζι της οικογένειάς του στο Μαρούσι, 1.500 δραχµές που ήταν ο πρώτος του µισθός στον Παναθηναϊκό!

Ο 18χρονος τότε (1965)τερµατοφύλακας δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, όπως και η φτωχή οικογένειά του, τόσα πολλά χρήµατα. Τότε η µητέρα του άρχισε να καταλαβαίνει ότι, τελικά, µπορεί να φτάσει ψηλά µέσω του ποδοσφαίρου, γιατί από µικρό παιδί έτρωγε ξύλο για να µην κλωτσάει τη στρογγυλή θεά, η οποία του αποσπούσε χρόνο από το διάβασµά του!

Ο Βασίλης Κωνσταντίνου µιλάει για τις δύο του αγάπες, το ποδόσφαιρο και το µπάσκετ, αν και αυτό που τον έκανε γνωστό και τόσο αγαπητό στον κόσµο ήταν το πρώτο µε τη φανέλα του Παναθηναϊκού, που κατέκτησε πολλούς τίτλους (2ος τερµατοφύλακας στο Γουέµπλεϊ) και της εθνικής οµάδας. Ακόµη και τώρα, είναι πρόεδρος στην οµάδα µπάσκετ του Αµαρουσίου και πρόεδρος των παλαίµαχων ποδοσφαιριστών του ΠΑΟ. Ακόµη και όταν πήγε στον Παναθηναϊκό (Νέους) ως µεταγραφή από τον Α.Ο. Παραδείσου συνέχισε να παίζει µπάσκετ στο Μαρούσι. Οι θύµησες από τη γειτονιά του, 28η Οκτωβρίου, είναι πολλές: «Από οκτώ χρονών θυµάµαι τον εαυτό µου να αθλείται.

Είτε παίζοντας µπάσκετ, ποδόσφαιρο, κάνοντας µήκος, µονόζυγο, τρέξιµο και ό,τι άλλο υπήρχε. Στήναµε εστίες στον δρόµο στη γειτονιά µας και παίζαµε ποδόσφαιρο εκεί ή στις αλάνες.

Οταν περνούσαν τα αυτοκίνητα (ευτυχώς ήταν λιγοστά) σταµατούσαµε, κάναµε στην άκρη και συνεχίζαµε. Ηµασταν περίπου 10 παιδιά που πηγαίναµε στο ∆ηµοτικό Σχολείο του Αµαρουσίου. Μεγαλώνοντας άρχισα να παίζω µπάσκετ στο γυµναστήριο του Σπύρου Λούη. Μετά το σχολείο, πίσω από το παλιό δηµαρχείο στην Πλατεία Ηρώων. Εκεί, δίναµε φιλικά µε άλλες γειτονιές, όπως η Νεραντζιώτισσα και τα Αλώνια. Εκεί παίζαµε ποδόσφαιρο µέχρι να σουρουπώσει. Επειδή δεν βλέπαµε, συνεχίζαµε µε µπάσκετ στο Σπύρος Λούης, όπου υπήρχαν φώτα».

Σε ηλικία περίπου 13 ετών, τον εντόπισε εκεί να παίζει µπάσκετ ο Γιώργος Σακέλης (µέλος παλαιότερα της καλής οµάδας – «χρυσής πεντάδας» – του Πανελληνίου): «“Ελα να υπογράψεις δελτίο στον Γ.Σ. Αµαρουσίου”, µου είπε».

ΣΤΑ ΚΡΥΦΑ

Πώς όµως από το µπάσκετ πέρασε στη θέση του τερµατοφύλακα;

«Το 1962 ένα µεσηµέρι Κυριακής καθόµουν στην πόρτα του σπιτιού µου όταν πέρασαν δύο πιο µεγάλα παιδιά, γνωστοί µου που έπαιζαν στην ποδοσφαιρική οµάδα του Παραδείσου. “Ρε Βασίλη δεν έρχεσαι να παίξεις µαζί µας κόντρα στην Αγία Παρασκευή; ∆εν έχουµε τερµατοφύλακα”», µου είπαν!

Ο Βασίλης ήθελε, όµως έπρεπε να λυθούν δύο προβλήµατα: η µητέρα του που δεν ήθελε ούτε να ακούσει για µπάλα και το δελτίο που δεν υπήρχε! «Πήγα κρυφά από τη µάνα µου και έπαιξα µε ξένο δελτίο», λέει χαριτολογώντας. «Ετρεµα! Θυµάµαι δεν είχα δεχτεί γκολ. Την ίδια µέρα µάλιστα (προπονητής Καλιβόπουλος) υπέγραψα δελτίο»!

Το 1963 τον ζήτησε ο Μαντζαβελάκης που έλυνε και έδενε στον Παναθηναϊκό από τον Παράδεισο: «Πρώτα ήρθε και ζήτησε τη συγκατάθεση των γονιών µου και µετά µε ζήτησε από τον πρόεδρο Αργύρη Παναγιωτόπουλο. Με είχε δει ο Μαθιός που παρακολουθούσε εµένα και τον Μανιατέα από τη Νίκη Πλάκας». «Θα µπορούσα να είχα πάει στην ΑΕΚ, όπου µε είχε πάει ο Ρίµπας, όµως ο Νταϊσπάγγο δεν µε είχε δοκιµάσει στην προπόνηση».

Η ΑΡΧΗ

«Το 1962, ένα µεσηµέρι Κυριακής καθόµουν στην πόρτα του σπιτιού όταν πέρασαν δύο πιο µεγάλα παιδιά που έπαιζαν στην οµάδα του Παραδείσου. null Ρε Βασίλη παίζουµε µε Αγία Παρασκευή και δεν έχουµε τερµατοφύλακα. Ερχεσαι; null »

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ


Οταν πρωτοπήγε στους Εφήβους του Παναθηναϊκού ήταν προπονητές οι Σίµος, Μηγιάκης και Τσούτσος. Στην ανδρική οµάδα µόλις είχε πρωτοπάει ο Στέφαν Μπόµπεκ. Το 1965 πήρε τον πρώτο µισθό. Στον σύλλογο έκαναν κουµάντο οι Νικολαϊδης, Πανουργιάς, Μαντζαβελάκης.

ΣΤΟΥΣ ΑΝ∆ΡΕΣ


Η προπόνηση των Εφήβων του ΠΑΟ γινόνταν στο γήπεδο του Ηλυσιακού. Ο Σίµος, που ήταν προπονητής, βλέποντας το ταλέντο του Κωνσταντίνου είπε στον Μπόµπεκ: «Είναι κρίµα να παίζει στο ξερό. Πάρ’ τον µαζί σου στο χορτάρι». Εκεί βρήκε τους Βουτσαρά, Οικονοµόπουλο, Βόµβα.

Ετσι γεννήθηκε ο «αγριόγατος»


Η ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ «αγριόγατος» τον ακολουθεί µέχρι τώρα. Οι περισσότεροι της γενιάς του τον αποκαλούν ακόµη έτσι. Πώς όµως βγήκε αυτό το παρατσούκλι στον Βασίλη Κωνσταντίνου; Οπως εξηγεί ο ίδιος, το πάθος, η δύναµη και το αθλητικό, καλογυµνασµένο του σώµα ήταν τα στοιχεία που του «κόλλησαν» το«αγριόγατος».«Ο,τι κι αν έκανα, σε όποιο άθληµα κι αν αγωνιζόµουν, ήθελα να νικάω. Πάντα ήθελα νακάνω πρωταθλητισµό. Το σώµα µου, επειδή γυµναζόµουν από παιδί, ήταν πολύ αθλητικό και ήµουν ιδιαίτερα σκληραγωγηµένος. Τυχαίο ή όχι, όπου κι ανέπαιξα, σε όποια κατηγορία κι αν ήµουν, στο ποδόσφαιροή το µπάσκετ, ένας µεγάλος στόχος ήταν µπροστά µου. Ακόµη και στον Γ.Σ. Αµαρουσίου ψάχναµε την άνοδο στην Α’κατηγορία και καταφέραµε να την πάρουµε στα µπαράζ µε τον Πορφύρα στο γήπεδο του Σπόρτιγκ. Το ίδιο είχε συµβεί και µε την οµάδα Νέων του Παναθηναϊκού στο ποδόσφαιρο. Στη µεγάλη οµάδα είχαµε στόχο την κατάκτηση πρωταθλήµατος και την ευρωπαϊκή καταξίωση και επιτυχία. Γενικώς, έκανα πρωταθλητισµό».

Πορτοκαλάδα και κλεµµένα µούσµουλα το έπαθλο


ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά) έλεγαν τα κάλαντα µαζί µε τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς του στο Μαρούσι για να µαζέψουν χαρτζιλίκι. Το οποίο διέθεταν, όχι για παιχνίδια, όπως τα περισσότερα παιδιά,αλλά για να πάρουν εµφανίσεις για την οµάδα της γειτονιάς τους, το όνοµα της οποίας ήταν «Ζευς»!

«Από τις 5 το πρωί λέγαµε τα κάλαντα και µαζεύαµε χρήµατα τα οποία διαθέταµε στον εξοπλισµό της οµάδας µας. Παίρναµε εµφανίσεις, παπούτσια, µπάλες. Αυτό ήταν το δώρο µας.

∆εν τα χαλάγαµε για άλλη προσωπική µας ευχαρίστηση».

Τι γινόταν στιςνίκες εναντίον οµάδων άλλων περιοχών; «Εκτός του ότι πανηγυρίζαµε έντονα, αγοράζαµε πορτοκαλάδες, κλέβαµε µούσµουλακαι αχλάδια και πηγαίναµε και αράζαµε στη βρύση για ώρες. Απλά πράγµατα, µα αληθινά περνούσαµε πολύ ωραία».

Απλή ήταν η ζωή και η διασκέδασή του µέχρι να ενηλικιωθεί. «Μέχρι να γίνω 18 ετώνη διασκέδασή µου ήταν πολύαπλή. Ενα σινεµά και αυτό στο Μαρούσι,εκεί κοντά, όχι πιο µακριά, δηλαδή, στο κέντρο της Αθήνας. Στις αρχές στον Παναθηναϊκό δεν πληρωνόµουν. Και ήµασταν φτωχή οικογένεια. Στερούµασταν πράγµατα, αλλά τα βγάζαµε πέρα. Μετά τα 18 πήγαινα και στο Κολωνάκι για καφέ και αλλού, αλλά ήταν της µόδας τότε τα κλαµπ, τα οποία στη συνέχεια µετονοµάστηκαν σε “ντίσκο”. Τα µπουζούκια, για µένα τουλάχιστον, µπήκαν στη ζωή µου αργότερα».

Πώς την πάτησε ο Ολυµπιακός


ΟΤΑΝ ΥΠΕΓΡΑΨΕ δελτίο από τον Παράδεισο στην οµάδα Νέων του Παναθηναϊκού, το µπόνους ήταν το µέλλον του και η επιλογή κοντινού σχολείου. «Πήγαινα στο Ναυτικό Γυµνάσιο Πειραιά “Πρωτέας” και ο Μαντζαβελάκης µου είπε: “Πήγαινε σε όποιο ιδιωτικό σχολείο θέλεις της περιοχής και όλα τα δίδακτρα θα είναι πληρωµένα από µας”». Συνέχισα στο ιδιωτικό σχολείο του Μπαρµπίκα». Το πιο ωραίο ήταν όµως ότι µόλις υπέγραψε δελτίο, την ίδια µέρα, λίγες ώρες µετά, εµφανίστηκε εκπρόσωπος του Ολυµπιακού και τον ζήτησε από τον Παράδεισο!

«Με είχε παρακολουθήσει ο Κουρουκλάτος, όµως την πάτησαν γιατί καθυστέρησαν και ήρθαν δεύτεροι».

Οι Νέοι του Παναθηναϊκού έπαιζαν τότε στη Λεωφόρο πριν από την ανδρική οµάδα. Την πρώτη φορά εναντίον της Προοδευτικής έπαιξε πολύ άσχηµα, είχε τρακ: «Ηταν γεµάτο το γήπεδο κι άκουγα τον κόσµο να λέει “από πού τον έφεραν αυτόν”. Στο δεύτερο µατς εναντίον του Ολυµπιακού καθιερώθηκα: είχα κάνει εκπληκτικό παιχνίδι και µε αποθέωσαν, ενώ είχαµε νικήσει µε 1-0».

Μοναδική η εµπειρία του στην πρώτη συγκέντρωση του ΠΑΟ. «Ντρεπόµουν να µπω εκεί που ήταν η αίθουσα τροπαίων και ήρθε και µε πήρε µέσα (ήµουν στη θύρα 11) ο Σούρπης, τον οποίο γνώριζα προσωπικά. Ξέρετε τι ήταν τότενα είσαι δίπλα στα ιερά τέρατα (Καµάρα, ∆οµάζο, Πανάκη κ.ά.);

Προπονητής ήταν ο Μπόµπεκ και ήµασταν συνολικά τέσσερις κίπερ».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.