Γεννήθηκε σε φούρνο. Πρωτοανέβηκε στο σανίδι του θεάτρου και του τραγουδιού επτά ετών στο «Αλκαζάρ» µε τον Ορέστη Λάσκο. Αφησε εποχή ως ντουέτο µε τον Μανώλη Χιώτη και µε τη θρυλική της σκηνική παρουσία. Η Μαίρη Λίντα ξεφυλλίζει τη ζωή της τραγουδώντας σε παραστάσεις στο θέατρο Badminton.

Και µας ανοίγει την καρδιά της.


Μια σταρ είναι πάντα σταρ. Μετο απαραίτητο κυνηγητό για συνεντεύξεις και τη γνωστή τελειοµανία.

Αυτήν ακριβώς που επιδεικνύει η τραγουδίστρια για τις εµφανίσεις της στο Badminton, υπό τον τίτλο «Καλησπέρα Κυρία Λίντα» σε κείµενα και σκηνοθετική επιµέλεια του Μάκη ∆ελαπόρτα, συγγραφέα της βιογραφίας «Μαίρη Λίντα, Μανώλης Χιώτης: Περασµένες µου αγάπες» (εκδ.

Ορφέας).

«Είναι µια παράσταση για την ιστορία της ζωής µου, απ’ την πρώτη µέρα που βγήκα στην δουλειά µε τον Καπλάνη και τον Χιώτη και περικλείει όλη την διαδροµή µου. Εξάλλου ανέβηκα στο σανίδι εφτά ετών παιδάκι µε τα ταλέντα του Ορέστη Λάσκου», µου λέει η κυρία Μαίρη Λίντα, που ανήκει στη θρυλική φρουρά του λαϊκού τραγουδιού, συνδέθηκε καλλιτεχνικά και στη ζωή µε τον Μανώλη Χιώτη – όποιος επιχειρήσει να προσεγγίσει την πορεία της ξεχωριστά από εκείνον θα χάσει πολλές σελίδες του βίου της – και έγραψε την δική της σελίδα στον χώρο µε την πρωτοποριακή σκηνική της παρουσία και τις αθάνατες ερµηνείες γνωστών επιτυχιών (Τσιτσάνη, Χιώτη, Καπλάνη, Μίκη Θεοδωράκη και όχι µόνον). Η όµορφη κοπελίτσα που έφτασε νατραγουδάει σταγενέθλια του προέδρου τωνΗΠΑ Λίντον Τζόνσον γεννήθηκε σε φούρνο στον Πύργο. Το πραγµατικό της όνοµα ήταν Μαρία ∆ηµητροπούλου και στο πατρικό της σπίτι άκουσε µουσική απ’ το γραµµόφωνο και πρωτοτραγούδησε µικρούλα ακόµη ελαφρά τραγούδια σε οικογενειακά τραπέζια. Στην συνέχεια µετακόµισε µε την οικογένειά της στην Αθήνα µε πρώτο σπίτι στου Ψυρή και κάπου εκεί ξεκινάει η καλλιτεχνική της πορεία.

«Ηλθα τριών χρονών στην Αθήνα µε πολλές δυσκολίες, τότε είχε χάσει όλα τα λεφτά ο πατέρας µου και ήταν δύσκολα. Επτά ετών πια, άκουγα για τα ταλέντα που έβγαιναν απ’ το “Αλκαζάρ” του Ορέστη Λάσκου (σ.σ. από εδώ βγήκε η Μάγια Μελάγια και ο Τζίµης Μακούλης) αφού τραγουδούσα από µικρή. “Πριµαντόνα θα µου γίνεις;”, έλεγε ο πατέρας µου, δεν ήθελαν ακριβώς οι γονείς µου, αλλά τελικά πήγα. Οσοι συµµετείχαν ήταν όλοι ψώνια. Πήρα µια βαθιά ανάσα και είπα το τραγούδι. Σιωπή και µετά παρατεταµένο χειροκρότηµα. Με ρωτάει τότε ο Λάσκος; “Πώς σε λένε”; “Μαρία ∆ηµητροπούλου”. “∆εν σου ταιριάζει. Θασε λένε Λίντα, αφού είσαι οµορφούλα” (στα ισπανικά Λίντα σηµαίνει όµορφη).

Απ’ τηνεπόµενη κιόλας ηµέρα µε προσέλαβαν. Γύρισα όλα τα καµπαρέ της Οµόνοιας (που δεν είχαν την µετέπειτα έννοια)

όπως “Κολοράντο”, “Ριτς”, αλλά και θέατρα και πολλές τουρνέ στην επαρχία. Ηµουν ήδη περιζήτητη. Εννιά – δέκα ετών πήγα στα Γιάννινα, εκεί έµαθα να κεντάω, έµεινα όλο το καλοκαίρι και δούλεψα στου “Κουραµπά». Αγάπησα αυτή την πόλη”, σηµειώνει η κυρία Λίντα που φωτίζει και την πρωτοποριακή της σκηνική παρουσία προ Χιώτη και προ στυλιστών και σκηνοθετών.

«Ηταν έµφυτο. Ξεκίνησα χορεύοντας. Ορθια τραγουδούσα πάντα. Τα βήµατα πάντως ήταν προϊόν αυτοσχεδιασµού. Στην αρχή επηρεάστηκα απ’ τις ρούµπες, τις σάµπες, τα µπούγκι-µπούγκι. Πήγα βέβαια και σε σχολή, έµαθα να στέκοµαι. ∆εν έγινα η χορεύτρια των Μπολσόι, αλλά έµαθα», θυµάται γελώντας ενώ οι Κώστας Καπλάνης και Βασίλης Τσιτσάνης έχουν τη δική τους συµβολή στην καριέρα της.

«Στη δισκογραφία βγήκα µε τον Καπλάνη και όχι µε τον Χιώτη.

Είπα το “Πικρό ποτήρι” – βγαίναµε τότε στο ραδιόφωνο [ και το “Πικραµένη µου Τσιγγάνα”, που όµως δεν δισκογραφήθηκε. Στην “Τριάνα του Χειλά” την ίδια εποχή είχε µαλώσει ο Τσιτσάνης µε τη Νίνου και την αντικατέστησα εγώ. Τότε είπα τα «Παίξτε µπουζούκια» και “Νύχτα χωρίς ξηµέρωµα”. Η µετέπειτα γνωριµία της µε τον Μανώλη Χιώτη είναι µυθιστορηµατική: «Μετά τον Τσιτσάνη γνώρισα τον Χιώτη στο “Πίγκαλς”. Πήγα ως παιδί – θαύµα, ήµουν έντεκα ετών εξάλλου. “Τι ωραίος άνδρας!”, είπα µέσα µου όταν τον πρωτοείδα. Ξεκινήσαµε τη συνεργασία µας και είπα το “Ντιντήδες” και το “Καφεδάκι”, µε επιτυχία µεγάλη. ∆ουλέψαµε µαζί και την επόµενη χρονιά, και τότε είναι που αρχίζω και τον βλέπω αλλιώς – αν ήταν έρωτας δεν το πολυκαταλάβαινα τότε. Μύριζα το παλτό του στο καµαρίνι µε λαχτάρα πάντως, αυτό το θυµάµαι. Λίγο µετά εγώπήγα στηνΑίγυπτο για µια σειρά εµφανίσεων στο Κόβεντ Γκάρντεν, ο Χιώτης τότε παντρεύτηκε (σ.σ. τη Ζωή ΝάχηΓρυπάρη). Εγώ…πέθανα όταν το ’µαθα. Ηµουν ερωτευµένη».

Οποιος αγαπάειβέβαια περιµένει. Κιέτσι έναβράδυ του 1954 που τότε η Λίντα δούλευε στην «Κοµπαρσίτα» µε Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μιχάλη Σουγιούλ και Ικαρο, πέρασε απ’ την οδό Ιωνοςαπ’ το «Μπαράκιτου Μάριου», το φηµισµένο στέκι των καλλιτεχνών της εποχής.

Ο Χιώτης καθόταν σε τραπεζάκι µε τον Γιάννη Τατασόπουλο.

«Πού πας εσύ µικρή»; της είπε.

Πήγαν µαζί στην «Κοµπαρσίτα» και το πρωί την είχε ζητήσει ήδη απ’ τον πατέρα της επισηµοποιώντας τον δεσµό τους και τον χωρισµό του απ’ την πρώτη του γυναίκα.

«Τριάνα του Χειλά», «Αρζεντίνα», «Ηλιοβασιλέµατα», «Σπηλιά του Παρασκευά», θέατρα, και golden years µε δεκάδες επιτυχίες, κινηµατογραφικές ταινίες, άρτιες εµφανίσεις και ντυσίµατα στην πένα. «Ο Χιώτης είχε τροµερό γούστο. ∆ιάλεγε τους καλύτερους ράφτες. Τέτοιος ήταν ο Θανασάκης, ενώ παπούτσια παράγγελνε απ’ τον αδελφό µου. Εγώ ραβόµουν στο Σκαλιντό, από εκεί ήταν το φόρεµα µε τα ανάγλυφα τριαντάφυλλα που φοράω στην ταινία “Κρουαζιέρα στη Ρόδο”. Μετά άλλαξα ράφτηκαι πήγα στον Μαυρόπουλο που µετά έγινε και κουµπάρος µου».

Ο καλοντυµένος σολίστας του µπουζουκιού βέβαια είχε και τον δικό του σκληρό κώδικα – πασίγνωστο στον παλιό κόσµο του τραγουδιού. ∆εν σήκωνε πολλά πολλά και η ζήλεια για τη Λίντα ήταν παροιµιώδης. «Ενα βράδυ ήλθε στο “Μουσείο” ο Λαγός και ο Γραµµένος Καραµανλής µε παρέα. Πετάγεται ο Γραµµένος και λέει: “Κοίτα η Λίντα τι όµορφη που είναι. Τι πλατούλα είναι αυτή!”.

Πότε πήδηξε ο Χιώτης, πότε του όρµηξε, πότε του έσπασε το χέρι, το λέγε η καρδούλα του, ήταν νταής».

Το 1956, το ντουέτο φεύγει για τις ΗΠΑ. «Μεγάλο λάθος τα χρόνια αυτά, δεν έπρεπε να φύγουµε. Ειδικά την δεύτερη φορά», µου λέει. Εδώ πάντως γνωρίζουν την αποθέωση και οι Ελίζαµπεθ Τέιλορ και η Ρίτα Χέιγουορθ συγκαταλέγονται σε εκείνους που περνούν απ’ το «Port Said» για να απολαύσουν το δίδυµο. Η επιστροφή των Λίντα – Χιώτη στην Ελλάδα θα σηµαδευτεί απ’ τη συνεργασία τους µε τον Μίκη Θεοδωράκη στο «Αρχιπέλαγος», την συµµετοχή και το Α’ Βραβείο στο ΦεστιβάλΕλληνικού Τραγουδιού µε την «Απαγωγή» το 1961, µυθικά κέντρα όπως ο «Κήπος του Μουσείου» (µε συµµετοχή και του Τέρη Χρυσού)

και το 1963την ηχογράφηση του «Επιτάφιου» (τρίτη κατά σειρά ύστερα από Μούσχουρη και Μπιθικώτση).

info

«Καλησπέρα Κυρία Λίντα» στο Θέατρο Badminton, από σήµερα µέχρι 17 Απριλίου, κάθε Παρασκευή και Σάββατο στις 21.30 και Κυριακή στις 20.00. Πληροφορίες στο τηλ. 210-8840.600.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.