Η Αν Μουγκλαλίς- ένα από τα πιο λαχταριστά μανούλια ελληνογαλλικής καταγωγής, ηθοποιός και σκηνοθέτις μαζί- στο άκουσμα του ονόματος Ζαν Λικ Γκοντάρ σκύβει και προσκυνά. Την είδα και τα ΄χασα. Η διαφορά δυσθεώρητη. Ανάμεσα στην ελληνική και στη γαλλική πραγματικότητα.
Ο Ζαν Λικ (έτσι τον φωνάζουν) είναι το μεγαλύτερο ζωντανό επιχείρημα της γαλλικής κουλτούρας!
Πόσοι Ελληνες τον ξέρουν; Ελάχιστοι. Πόσοι έχουν δει τις ταινίες του; Ακόμα πιο λίγοι. Κι όμως. Εδώ και εξήντα χρόνια είναι η ζωντανή ιστορία της κινηματογραφικής κουλτούρας. Ολα άρχισαν και τέλειωσαν με τον Ζαν Λικ. Φανταστείτε. Η «Νew Υork Τimes» χάλασε τον κόσμο να τον πείσει για μια συνέντευξή του, μετά την άρνησή του να δώσει το «παρών» στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών.
Ο αθεόφοβος κοινοποίησε την άρνησή του με ένα εξωφρενικό email που ταχυδρόμησε στον Τιερί Φρεμό, καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ. Οπου έγραψε μόνο μία φράση: «Ακυρώνω τις υποχρεώσεις μου μετά τα προβλήματα που προέκυψαν, τύπου Ελλάδας», στολισμένη με την εικόνα του Λιγνού! Μνημειώδης η παραδοξολογία του. Αστείρευτο το ιδιαίτερο χιούμορ του. Ασταμάτητη η ανησυχία του. Σημείο αναφοράς κάθε λογοπαίγνιό του. Παράδειγμα; «Ο Μάικλ Μουρ γυρίζει Crockumentary» (ντοκιμαντέρ εξαπάτησης).
Η δήλωση. «Θα έπρεπε να ευχαριστούμε την Ελλάδα», είπε σε πρόσφατη συνέντευξη-ποταμό στο περιοδικό «Les Ιnrockuptibles». «Η Δύση είναι αυτή που έχει ένα χρέος σε σχέση με την Ελλάδα. Τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, την τραγωδία… Λησμονούμε πάντα τα νήματα που συνδέουν την τραγωδία και τη δημοκρατία. Χωρίς τον Σοφοκλή δεν υπάρχει Περικλής. Χωρίς τον Περικλή δεν υπάρχει Σοφοκλής. Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε οφείλει τα πάντα στην Ελλάδα. Ποιος επινόησε τη λογική; Ο Αριστοτέλης. Αν τούτο και αν εκείνο, τότε αυτό. Λογική. Είναι αυτό που οι κυρίαρχες δυνάμεις χρησιμοποιούν όλη την ημέρα, πράττοντας έτσι ώστε να μην υπάρχει αντίφαση, να μένουμε στην ίδια λογική. Η Χάνα Αρεντ είχε πει ότι η λογική οδηγεί στον απολυταρχισμό. Ολος ο κόσμος λοιπόν οφείλει χρήματα στην Ελλάδα σήμερα. Θα μπορούσε να ζητήσει χίλια δισεκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα στον σύγχρονο κόσμο και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Αμέσως». Και όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει αυτό για το οποίο κατηγορούν τους Ελληνες, ότι δηλαδή είναι ψεύτες, πρόσθεσε: «Αυτό μου θυμίζει έναν παλιό συλλογισμό που μάθαινα στο σχολείο. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης, οι Ελληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Ελληνας. Δεν προχωρήσαμε και πολύ από τότε».
Ο Γκοντάρ είναι ογδόντα και δεν λέει να τα βάλει κάτω. Με τον φιλελληνικό φιλιππικό που εξαπέλυσε εναντίον τραπεζών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, μας ξελάσπωσε. Διότι «σσσ, η ελληνική διανόηση κοιμάται του καλού καιρού».
Τα πρώτα βήματα. Γεννήθηκε το 1930 στο Παρίσι. Από γάλλο πατέρα (γιατρός με ιδιωτική κλινική) και ελβετίδα μητέρα από τραπεζίτες γονείς. Με ροδοπέταλα στρωμένο το μέλλον του. Φυσικά, καταλήγει για σπουδές στην Σορβόννη. Στο Τμήμα Εθνολογίας. Προηγουμένως φροντίζει να την κοπανήσει προς Ελβετία προκειμένου να γλιτώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Δηλαδή τι; Να πάει να σκοτώνει Αφρικανούς στην Αλγερία; Το 1950 αρχίζουν τα πρώτα «πολεμικά» συμβούλια εναντίον του κατεστημένου. Το Νέο πόλεμο στο Παλιό. Μαζί του ο Ζακ Ριβέτ (όσοι θυμούνται την αριστουργηματική ταινία του «Η ωραία καβγατζού») και ο Ερίκ Ρομέρ («Νύχτες με πανσέληνο»). Αποφάσισαν να τα αλλάξουν όλα. Και τα άλλαξαν. Πρώτα όμως η θεωρία.
Υστερα οι ταινίες. Κάθε «επανάσταση» αρχίζει με προκηρύξεις και «μανιφέστα».
Ο Ζαν Λικ πέφτει με τα μούτρα στη γραφή. Στην αρχή με το ψευδώνυμο Χανς Λούκας. Τα κείμενά του δημοσιεύονται στο θεωρητικό περιοδικό «Les Cahiers du Cinema» («Κινηματογραφικά Τετράδια»). Από εκεί, η μήτρα του Νέου Γαλλικού Σινεμά. Το τι σούρνανε στους Γεωργιάδηδες και τους Δαλιανίδηδες δεν περιγράφεται. Παιδιά, αυτός ο κοντός, διοπτροφό- ρος γέρος που μας υποστηρίζει, είναι της βαριάς, μα πάρα πολύ βαριάς κουλτούρας.
Οι ταινίες του, τόσο δυσνόητες για το ευρύτερο κοινό που μοιάζουν με γρίφο σωστό.
Ούτε οι επαΐοντες καταλαβαίνουν τι θέλουν να πουν ακριβώς. Πλήθος από τσιτάτα, συνθήματα, κομμένες φράσεις και ανακατεμένες σκηνές. Ουδεμία σχέση με τη «στρωτή» αφήγηση.
Οι κατηγορίες κατά των Ελλήνων μού θυμίζουν έναν παλιό συλλογισμό που μάθαινα στο σχολείο. Ο Επαμεινώνδας είναι ψεύτης, οι Ελληνες είναι ψεύτες, άρα ο Επαμεινώνδας είναι Ελληνας. Δεν προχωρήσαμε και πολύ από τότε
Η Δύση είναι αυτή που έχει ένα χρέος σε σχέση με την Ελλάδα. Τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, την τραγωδία…
Ολος ο κόσμος οφείλει χρήματα στην Ελλάδα σήμερα. Θα μπορούσε να ζητήσει χίλια δισεκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα στον σύγχρονο κόσμο και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε.
Αμέσως
Οι ταινίες, οι γυναίκες και η επανάσταση
Κάπου προς τα τέλη του πενήντα ο Γκοντάρ παρέα με τον Φρανσουά Τριφό ορμούν προς την επανάσταση. Ετσι, το 1959 ο Γκοντάρ υπογράφει «Με κομμένη την ανάσα». Με πρωταγωνιστικό δίδυμο τον Ζαν Πολ Μπελμοντό και την Τζιν Σίνμπεργκ. Η γαλλική λογοκρισία κόβει την ταινία. Ξίνισαν τα μούτρα τους με κάποια σχόλια εναντίον Γαλλίας στον πόλεμο με Αλγερία. Η ταινία προβλήθηκε ύστερα από δύο χρόνια. Στο μεταξύ, ο Φρανσουά Τριφό με τα «400 χτυπήματα» θριαμβεύει στο Φεστιβάλ των Καννών. Ο Ζαν Κοκτό ορμάει και σηκώνει στους ώμους του τον Ζαν Πιερ Λεό. Ο πιτσιρικάς και πρωταγωνιστής σε αυτό τον ασπρόμαυρο πολεμικό καταιγισμό. Εναντίον συμβιβασμένων γονιών. Ο Γκοντάρ αρχίζει να διαφωνεί με τον Φρανσουά. Η επανάσταση, λέει, δεν σταματάει στην κριτική. Ετσι, τα βάζει με όλους. Με τον Στάλιν, τους Σοβιετικούς, τους Αμερικανούς, τους Γάλλους. Το Σύμπαν. Πορεύεται με τον αριστερισμό. «Η κουλτούρα είναι το άλλοθι του ιμπεριαλισμού» έλεγε.
Το γαλλικό κατεστημένο υποκλίνεται στον «θόρυβο» που δημιουργεί σε κάθε βήμα του ο Ζαν Λικ. Ετσι καταφέρνει να σκηνοθετεί ασταμάτητα. Και να ερωτεύεται ταυτόχρονα. Την Αννα Καρίνα (από τις κορυφαίες κούκλες του εξήντα). Την Αννα Βιαζέμσκι. Ακόμα και την Μπριζίτ Μπαρντό. Θρυλική η ημίγυμνη εμφάνισή της στην «Περιφρόνηση» («Le Μempris») του 1963. Το ίδιο και με την Καρίνα. Η λογοκρισία επεμβαίνει και αφαιρεί μια σκηνή topless από την ταινία «Μια γυναίκα παντρεμένη». Θρυλικό και το «Ρierrot le fou» («Ο τρελός Πιερό») με τον Μπελμοντό του 1965. Την ίδια χρονιά υπογράφει το «Αlphaville», για έναν εφιαλτικό, αυριανό κόσμο, με πρωταγωνιστή τον Εντι Κονσταντίν. Εναν αμερικανό ξεπεσμένο ηθοποιό που στη Γαλλία έπαιξε τον ρόλο του Λέμι Κόσιον. Η λατρεία του Γκοντάρ για το κλασικό αμερικανικό σινεμά είναι πυλώνας, θεμέλιο, ανάσα, τα πάντα. Λάτρης του Νίκολας Ρέι («Επαναστάτης χωρίς αιτία»). Του Ραούλ Ουόλς (με δεκάδες εμπορικές ταινίες). Του Τζον Φορντ (ο πάντρε παντρόνε του δεξιού κατεστημένου του Χόλιγουντ). Ετσι μέσα στο μυαλό του, τα κείμενά του, τις δηλώσεις του και τις ταινίες του, επανάσταση και Τζον Φορντ συνθέτουν ένα μείγμα εντελώς τρελό. Κάπου μέχρι εκεί οι ταινίες ήταν (ας πούμε) κατανοητές. Ακόμα και το «Weekend». Από τα τέλη του εξήντα πέφτει με τα μούτρα στην κινεζοφιλία και τον αριστερισμό. Με αποθέωση την «Κινέζα». Κάπου εκεί συνεργάζεται με τους Rolling Stones. Και σκηνοθετεί- χαοτικάτο «Sympathy for the devil» από το ομότιτλο θρυλικό κομμάτι των Stones. Θορυβοποιός. Η διεθνής, κινηματογραφική κοινότητα εξακολουθεί να αλληθωρίζει προς τον Γκοντάρ, παρά τα «ορνιθοσκαλίσματα» και τις αναρχικές εξάρσεις του. Ενας κορυφαίος «θορυβοποιός» είναι ό,τι πρέπει. Απόδειξη; Η πρόταση να σκηνοθετήσει «Μπόνι και Κλάιντ»! Η απάντηση; «Το Λος Αντζελες είναι ένα γιγαντιαίο γκαράζ». Ο Ζαν Λικ δεν ενδίδει σε καμία Σειρήνα. Ζει ως γνήσιος γάλλος μποέμ και καπνίζει πούρα α λα Μπρεχτ. Η αντοχή του αξιομνημόνευτη. Από όλα τα «κακά παιδιά» της Νouvelle Vague του εξήντα, ο μόνος που εξακολουθεί να δημιουργεί, να ταράζει, να σαρκάζει, να υπάρχει. Απίστευτος. Με σχεδόν ενενήντα ταινίες στο ενεργητικό του. Το «Film Socialisme» που προβλήθηκε στις Κάννες, η πιο πρόσφατη σκηνοθεσία του (θα προβληθεί τον Νοέμβριο και εν Ελλάδι). «Οποιος λέει πως πρέπει να αισθανόμαστε τις ταινίες είναι κρετίνος. Αισθανόμαστε μια γυναίκα. Οχι την ταινία. Φιλάμε τη Γυναίκα, όχι την ταινία». Πλήθος οι παραδοξολογίες του. «Πάντα υπάρχει μια αρχή, μια μέση και ένα τέλος. Σε κάθε ταινία. Εξαρτάται όμως με ποια σειρά τα βάζει όλα αυτά κανείς». Ενα από τα καλύτερά του που έγραψε εποχή, είναι μια δήλωσή του που ουδεμία σχέση έχει με το πλήθος των ταινιών του: «Δύο πράγματα πρέπει να έχεις για να γυρίσεις μια ταινία: Τhe Girl and the Gun». Σας λέω. Ο Ζαν Λικ για πάντα μόνος. Πάντα Νέος!







