Παρότι η αϋπνία αποτελεί τη συνηθέστερη διαταραχή του ύπνου και ο καθένας αυθόρμητα αντιλαμβάνεται τι είναι η αϋπνία, ο ακριβής ορισμός της δεν είναι αυτονόητος γιατί υπεισέρχεται η υποκειμενική εκτίμηση των συμπτωμάτων. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί έχουν προσδιορίσει μία σειρά κριτηρίων, με τα οποία διαγιγνώσκεται η χρόνια αϋπνία.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όπως και την Αμερικανική Ακαδημία της Ιατρικής του Ύπνου, ως αϋπνία ορίζεται η δυσκολία του ατόμου να κοιμηθεί ή να συντηρήσει τον ύπνο του, καθώς και η κακή ποιότητά του (έλλειψη αναζωογονητικού ύπνου).
Όσοι πάσχουν από αϋπνία παραπονούνται είτε για καθυστερημένη επέλευση του ύπνου είτε για δυσκολία συντήρησής του κατά τη διάρκεια της νύχτας ή, τέλος, για πρώιμη πρωινή αφύπνιση. Στις περιπτώσεις αυτές, η ποσότητα του ύπνου είναι πράγματι μειωμένη, αλλά επιπλέον και η ποιότητά του δεν είναι ικανοποιητική.
Επίσης, το άτομο που πάσχει από αϋπνία εκφράζει έντονη δυσφορία, υπεραπασχολείται με το πρόβλημα του ύπνου και εκφράζει υπερβολικούς φόβους για την αϋπνία και τις ενδεχόμενες συνέπειές της στη συμπεριφορά, στη λειτουργικότητά του και στην υγεία του.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να τεθεί η διάγνωση της αϋπνίας είναι τα συμπτώματά της να είναι παρόντα τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα επί ένα μήνα.
Από τα προαναφερόμενα κριτήρια γίνεται φανερό ότι η αϋπνία είναι υποκειμενικό ενόχλημα και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Για παράδειγμα, υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να κοιμούνται 4-5 ώρες την ημέρα και ο ύπνος να τους επαρκεί απολύτως και να νιώθουν φρέσκοι. Αντίθετα, μπορεί κάποιος να κοιμάται αρκετά περισσότερο από τον μέσο όρο και ο ύπνος του να μην τον ξεκουράζει με αποτέλεσμα να θεωρεί ότι πάσχει από αϋπνία.
Συνεπώς η ποσότητα του ύπνου διαφοροποιείται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το φαινόμενο αυτό είναι κατά βάση γενετικά καθορισμένο και σχετίζεται με το εσωτερικό βιολογικό ρολόι του οργανισμού.
Η συχνότητα
Τουλάχιστον 10% των ενηλίκων αναφέρει σοβαρό ή χρόνιο πρόβλημα αϋπνίας και επιπλέον 27% εμφανίζει περιστασιακά προβλήματα αϋπνίας. Δηλαδή περίπου το 1/3 του γενικού πληθυσμού εμφανίζει τουλάχιστον περιστασιακά προβλήματα του τύπου της αϋπνίας.
Η συχνότητά της αυξάνεται με την ηλικία ώστε περίπου 50% των ηλικιωμένων αναφέρουν αϋπνία και είναι δυσαρεστημένοι από την ποιότητα του ύπνου τους. Επίσης, η αϋπνία είναι σημαντικά συχνότερη στις γυναίκες, στους εργαζόμενους σε βάρδιες και στα άτομα που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές όπως και σε ασθενείς με ιατρικά νοσήματα, κυρίως επώδυνα σύνδρομα.
Σημειωτέον πως παρότι η αϋπνία αποτελεί συχνότατο πρόβλημα στον γενικό πληθυσμό, από αυτούς που αναγνωρίζουν το πρόβλημα μόνο το ένα τρίτο αναζητά βοήθεια και αντιμετωπίζεται θεραπευτικά.
Εξάλλου, γνωρίζουμε ότι στην εποχή μας ο χρόνος που περνάμε κοιμώμενοι είναι κατά 20% λιγότερος σε σχέση με εκείνον που κατανάλωναν οι άνθρωποι μόλις πριν από 100 χρόνια και ότι το πρόβλημα του μειωμένου ύπνου φαίνεται να επεκτείνεται και σε νεαρότερες ηλικίες, καθώς πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό εμφανίζει σημαντική καθυστέρηση στην επέλευση του ύπνου ή αναφέρει ανεπαρκή διάρκεια ύπνου.
Πρωτοπαθής και δευτεροπαθής
Η αϋπνία διακρίνεται σε πρωτοπαθή (ιδιοπαθής αϋπνία) και δευτεροπαθή (μη ιδιοπαθής αϋπνία), ανάλογα με το κατά πόσον οφείλεται σε κάποια άλλη πάθηση ή κατάσταση, ή όχι.
Η δευτεροπαθής αϋπνία αποτελεί τη συχνότερη μορφή αϋπνίας και είναι υπεύθυνη τουλάχιστον για τα τρία τέταρτα των περιπτώσεων αϋπνίας.
Τα συνηθέστερα αίτια της δευτεροπαθούς αϋπνίας είναι ο σύγχρονος τρόπος ζωής και οι συνθήκες του περιβάλλοντος που διαταράσσουν τον ημερήσιο/κιρκαδιανό ρυθμό του οργανισμού (π.χ. εργασία σε βάρδιες, εναλλασσόμενο ωράριο εργασίας), το στρες και τα ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής, πολλά ιατρικά νοσήματα, νευρολογικές και ψυχιατρικές διαταραχές (κυρίως αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές), η χρήση και κατάχρηση διαφόρων φαρμάκων και ψυχοτρόπων εθιστικών ουσιών και, τέλος, διάφορες πρωτοπαθείς διαταραχές του ύπνου (π.χ. υπνική άπνοια, σύνδρομο ανήσυχων ποδιών).
Φαύλος κύκλος
Η πρωτοπαθής αϋπνία συνοδεύεται από επίκτητες μαθημένες συμπεριφορές και συσχετίσεις που δεν ευοδώνουν τον ύπνο, όπως υπερβολική προσπάθεια να κοιμηθεί κανείς όταν το επιθυμεί και «αντανακλαστική» εγρήγορση σε καταστάσεις που φυσιολογικά επάγουν τον ύπνο. Έτσι, ο ασθενής κοιμάται ευκολότερα υπό περιστάσεις που δεν έχουν συνδεθεί με την επέλευση του ύπνου.
Η υπεραπασχόληση με τον ύπνο και η υπερβολική προσπάθεια να κοιμηθεί κάποιος οδηγεί σε ψυχοφυσιολογική ενεργοποίηση και υπερεγρήγορση, δηλαδή σε συμπτώματα αυξημένης σωματικής έντασης (ανησυχία, μυϊκή ένταση, αυξημένη αγγειοσυστολή) που είναι ασύμβατα με τον ύπνο και μοιραία οδηγούν σε αϋπνία.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε φαύλο κύκλο, όπου τα συμπτώματα της εγρήγορσης οδηγούν σε αϋπνία και υπερβολικό φόβο για αϋπνία, καταστάσεις που επανατροφοδοτούν την αύξηση του επιπέδου εγρήγορσης και τανάπαλιν. Συνήθως η έναρξη της πρωτοπαθούς αϋπνίας σχετίζεται με κάποια εξωτερική ή εσωτερική ψυχοπιεστική κατάσταση που παρότι τελικά παρέρχεται, η αϋπνία παραμένει και «αυτονομείται». Γι’ αυτό, η πρωτοπαθής αϋπνία εφόσον δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα έχει την τάση να μεταπέσει σε χρόνια και δυσίατη κατάσταση.
Στη δευτεροπαθή αϋπνία, η εμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων όπως η διαταραχή των νευροφυσιολογικών μηχανισμών του ύπνου λόγω κάποιου νευρολογικού νοσήματος, η παρεμπόδιση του ύπνου λόγω συμπτωμάτων από την υποκείμενη νόσο (π.χ. νυκτουρία και πολυουρία, αναπνευστική δυσχέρεια, πόνος), λόγω φαρμακευτικής αγωγής που μπορεί να επάγει αϋπνία και λόγω του στρες που συνεπάγεται η σωματική ασθένεια.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η χρόνια αϋπνία δεν αποτελεί πρόβλημα αποκλειστικά της νύχτας, όπως ευρύτατα πιστεύεται. Υπάρχουν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι η αϋπνία αποτελεί διαταραχή ολόκληρου του 24ώρου.
Παράγοντες που προκαλούν και διαιωνίζουν το πρόβλημα
Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που προδιαθέτουν, δρουν εκλυτικά και διαιωνίζουν το πρόβλημα της αϋπνίας.
Οι σημαντικότεροι προδιαθεσικοί παράγοντες είναι η προχωρημένη ηλικία (ένας στους δύο ηλικιωμένους άνω των 65 ετών πάσχει από αϋπνία), το γυναικείο φύλο, η μη προνομιακή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας (π.χ. αγχώδη και ψυχαναγκαστικά στοιχεία της προσωπικότητας, εσωστρέφεια και αδυναμία εξωτερίκευσης των συναισθημάτων) και η ύπαρξη ψυχοπαθολογίας.
Συχνότεροι εκλυτικοί παράγοντες είναι η συσσώρευση ψυχολογικής δυσφορίας, τα αρνητικά γεγονότα ζωής και οι μεταβολές που συμβαίνουν κατά την περίοδο της υποστροφής.
Τέλος, οι σημαντικότεροι παράγοντες διαιώνισης της αϋπνίας είναι οι κακές συνήθειες του ύπνου, τα ακανόνιστα ωράρια, ο φόβος της αϋπνίας και διάφορες εσφαλμένες πεποιθήσεις σχετικά με τον φυσιολογικό ύπνο και τις συνέπειες της αϋπνίας.
Οι επιπτώσεις
Ο ύπνος είναι μια σημαντική φυσιολογική διαδικασία αναζωογόνησης του οργανισμού, απαραίτητη για τη σωματική και διανοητική υγεία του ανθρώπου.
Η αϋπνία μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη μνήμη και τη συγκέντρωση, τη μάθηση, το καρδιαγγειακό, το ανοσοποιητικό (τα άτομα που στερούνται τον ύπνο είναι πιο ευάλωτα σε λοιμώξεις), το ορμονικό, το νευρικό σύστημα, ακόμη και στην κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου.
Γενικώς έχει διαπιστωθεί ότι οι αϋπνικοί παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο γενικής νοσηρότητας, όπως να εμφανίσουν παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος ή διαβήτη, καθόσον η χρόνια έλλειψη ύπνου μπορεί να αποτελέσει παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση αντίστασης στην ινσουλίνη και την παχυσαρκία.
Πέραν αυτού, φαίνεται ότι η αϋπνία σχετίζεται στενά με ψυχικές διαταραχές όπως η κατάθλιψη και το άγχος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ασθενείς που πάσχουν από αϋπνία για μεγάλο διάστημα έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη σε σχέση με τους μη πάσχοντες, ενώ όταν η αϋπνία αντιμετωπίζεται έγκαιρα, η πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης είναι ίδια με αυτή που συναντάται στον γενικό πληθυσμό.
Επίσης, η αϋπνία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για κατάχρηση αλκοόλ και άλλων εξαρτησιογόνων ουσιών. Εξάλλου, είναι πλέον γνωστό ότι ο ύπνος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην παγίωση της μνήμης και τη μάθηση, γι’ αυτό και η συγκέντρωση και η απόδοση ενός ατόμου σε διάφορες γνωστικές δοκιμασίες είναι κατά πολύ μειωμένη όταν υπάρχει στέρηση ύπνου.
Εκτός από τις αμιγώς ιατρικές και ψυχολογικές επιπτώσεις, η αϋπνία αυξάνει την επιρρέπεια σε ατυχήματα (τροχαία, εργατικά ατυχήματα, πτώσεις), όπως χαρακτηριστικά φαίνεται από τον διπλάσιο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων στα άτομα που δεν είναι ικανοποιημένα από την ποιότητα του ύπνου τους, μειώνει τη λειτουργικότητα του ανθρώπου, επιδεινώνει την ποιότητα ζωής του και διαταράσσει τις διαπροσωπικές του σχέσεις.
Τέλος, επιβαρύνεται συνολικά το σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας λόγω αυξημένης χρήσης και αυξάνει ο αριθμός ημερών ανικανότητας και οι απουσίες από την εργασία.
Η διάγνωση
Η κλινική εκτίμηση της αϋπνίας απαιτεί τη λήψη λεπτομερούς ιατρικού και ψυχιατρικού προσωπικού ιστορικού και φυσική εξέταση του πάσχοντος.
Για την ορθή αξιολόγηση του προβλήματος μπορεί να απαιτηθεί η συμπλήρωση ημερολόγιου ύπνου για διάστημα κάποιων εβδομάδων, όπου καταγράφονται στοιχεία σχετικά με τις συνήθειες του ύπνου αλλά και τις λοιπές καθημερινές δραστηριότητες (διαιτητικές συνήθειες, λήψη φαρμάκων συμπεριλαμβανομένων των φυτικών, λήψη αλκοόλ και καφεΐνης, κάπνισμα, άσκηση, ώρα έναρξης ύπνου και ώρα πρωινής αφύπνισης, αριθμός αφυπνίσεων, περίοδοι υπερβολικής τάσης για ύπνο κατά την ημέρα, μικρο-ύπνοι κ.λπ.).
Η αξιολόγηση του προβλήματος μπορεί να υποβοηθηθεί και με τη χορήγηση ειδικά σχεδιασμένων ερωτηματολογίων και κλιμάκων, που ανιχνεύουν και αξιολογούν τη βαρύτητα του προβλήματος της αϋπνίας ή της ημερήσιας υπνηλίας (όπως η Κλίμακα Αϋπνίας Αθηνών και η Κλίμακα Υπνηλίας Epworth).
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να απαιτηθεί επιπλέον η μελέτη του ασθενούς με πολυ-υπνογραφία σε κάποιο ειδικό εργαστήριο μελέτης του ύπνου.
Η αντιμετώπιση
Για τη θεραπεία της αϋπνίας απαιτείται πολυδιάστατη αντιμετώπιση, συνήθως από ειδικούς, εφόσον αποτελεί κατάσταση ποικίλης αιτιοπαθογένειας.
Η πρώιμη εγκαθίδρυση καλής σχέσης ασθενούς – ιατρού είναι βασικότατη, ώστε να διερευνηθεί γιατί ο ασθενής επικεντρώνει με υπερβολικό τρόπο στο «πρόβλημα του ύπνου». Έτσι θα αποφευχθούν παγίδες όπως ο ιατρός να μην εκτιμήσει επαρκώς το πρόβλημα και κάποιες από τις αιτιάσεις του ασθενούς να παραβλεφθούν.
Επίσης, δεν πρέπει απλώς να συνταγογραφείται κάποιο υπνωτικό και να αποκλείονται άλλες θεραπευτικές δυνατότητες. Συνήθως ενδείκνυται ο εξατομικευμένος συνδυασμός μη φαρμακευτικής και φαρμακευτικής αντιμετώπισης.
Η χρήση των υπνωτικών πρέπει να περιορίζεται κυρίως κατά την αρχική φάση, με σκοπό τη δημιουργία αισθήματος ελέγχου του ύπνου από τον αϋπνικό ή αυτά να χρησιμοποιούνται περιστασιακά «κατά την ανάγκη».
Η χορήγησή τους πρέπει να συνοδεύεται από εκπαίδευση και επικέντρωση της προσοχής στους κινδύνους από τη χρόνια χρήση τους.
Τέλος, πρέπει να επιδιώκεται η κατάλληλη εφαρμογή διαφόρων ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, ιδίως κατά τη φάση ύφεσης της αϋπνίας, με σκοπό την αντιμετώπιση όλων των παραγόντων που συμμετέχουν στην ανάπτυξη και διαιώνισή της.
Γενικώς, η θεραπευτική αντιμετώπιση της αϋπνίας συνίσταται κατ’ αρχάς στην αντιμετώπιση της υποκείμενης πρωτογενούς διαταραχής εφόσον υπάρχει. Κατά δεύτερον, εφαρμόζονται μέτρα υγιεινής του ύπνου, χορηγούνται αγχολυτικά και υπνωτικά φάρμακα για περιορισμένο χρονικό διάστημα και χρησιμοποιούνται ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι για την αντιμετώπισή της (κυρίως γνωσιακού – συμπεριφορικού τύπου ψυχοθεραπεία και διάφορες τεχνικές χαλάρωσης).
Πρωταρχικής σημασίας είναι η εφαρμογή των μέτρων υγιεινής που ευοδώνουν τον ύπνο, δηλαδή:
* Έγερση και κατάκλιση την ίδια ώρα κάθε μέρα.
* Αποφυγή των σύντομων ύπνων κατά τη διάρκεια της ημέρας.
* Διακοπή χρήσης φαρμάκων και ουσιών που δρουν διεγερτικά στο ΚΝΣ.
* Προγραμματισμένη σωματική άσκηση κατά τη διάρκεια της ημέρας.
* Αποφυγή δραστηριοτήτων που ευοδώνουν την εγρήγορση πριν από τον νυχτερινό ύπνο.
* Χαλαρές και ευχάριστες δραστηριότητες κατά τις απογευματινές ώρες.
* Αποφυγή μεγάλων νυκτερινών γευμάτων.
* Μέριμνα για άνετες συνθήκες ύπνου.
Τέλος, πρέπει να γίνει προσπάθεια ευαισθητοποίησης τόσο του κοινού όσο και των ιατρών και των άλλων επαγγελματιών υγείας, για τη σημασία του επαρκούς σε ποσότητα και ικανοποιητικής ποιότητας ύπνου.
Μήπως έχετε αϋπνία;
Όταν πληρούνται τα κριτήρια που ακολουθούν, ένας άνθρωπος πάσχει από αϋπνία:
* Ανεπαρκής (για το άτομο) διάρκεια ύπνου.
* Μη ικανοποιητική ποιότητα ύπνου.
* Έντονη δυσφορία λόγω του προβλήματος και υπεραπασχόληση με αυτό.
* Επηρεάζονται δυσμενώς οι συνήθεις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.
* Το πρόβλημα είναι παρόν τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα.
ΠΗΓΗ: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), Mental and Behavioural Disorders. Clinical descriptions and diagnostic guidelines. WHO 1992; Geneva
Αριθμοί
* 10% των ενηλίκων αναφέρει σοβαρό ή χρόνιο πρόβλημα αϋπνίας
* 27% των ενηλίκων εμφανίζει περιστασιακά προβλήματα αϋπνίας
* 50% των ηλικιωμένων πάσχει από αϋπνία
* 35% όσων έχουν πρόβλημα ζητεί ιατρική βοήθεια
* 20% λιγότερος ο χρόνος που κοιμόμαστε σήμερα
* 2 φορές περισσότερα τα τροχαία σε όσους έχουν αϋπνία
Ασθένειες που μπορεί να προκαλέσουν αϋπνία
Καρδιαγγειακά νοσήματα
Στεφανιαία ανεπάρκεια
Καρδιακή ανεπάρκεια
Αρρυθμίες
Διαταραχές αναπνευστικού συστήματος
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
Άσθμα
Σύνδρομο άπνοιας κατά τον ύπνο
Ρινική απόφραξη ποικίλης αιτιολογίας
Διαταραχές γαστρεντερικού συστήματος
Οισοφαγίτις
Διαφραγματοκήλη
Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
Διαρροϊκά σύνδρομα
Τυμπανισμός
Δυσπεψία
Διαταραχές ουρογεννητικού συστήματος
Πολυουρία ποικίλης αιτιολογίας / Νεφρική ανεπάρκεια
Συχνουρία ποικίλης αιτιολογίας
Καυσαλγίες κύστης
Διαταραχές ενδοκρινικού συστήματος
Θυρεοειδοπάθειες
Φαιοχρωμοκύττωμα
Διαταραχές νευρομυϊκού συστήματος
Κεφαλαλγίες
Νόσος Πάρκινσον
Θαλαμικά σύνδρομα
Εγκεφαλίτιδες
Εκφυλιστικά νοσήματα του ΚΝΣ / Νόσος Alzheimer
Πολλαπλή Σκλήρυνση
Μυελίτιδες
Περιφερικές νευρίτιδες – Μεταβολικές και άλλες νευροπάθειες
Βαριά μυασθένεια
Άλλες καταστάσεις
Πόνοι ποικίλης αιτιολογίας
Αρθρίτιδες (ρευματοειδής αρθρίτις, οστεοαρθρίτις)
Ινομυαλγία
Κακοήθειες
Πυρετός
Εγκυμοσύνη
Ραγδαία απώλεια βάρους
Φάρμακα και ουσίες που επηρεάζουν τον ύπνο
Αντικαταθλιπτικά
– Αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs)
– Βουπροπιόνη
– Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOIs)
– Βενλαφαξίνη
Αλκοόλ (οξεία κατάχρηση / διακοπή αλκοόλ)
Αντιχολινεργικά
– Ipratropium bromide
– Διφαινυδραμίνη
Αντινεοπλασματικά
– Οξική Γκοσερελίνη
– Οξική Λεουπρολίδη
– Πεντοστατίνη
– Δαουνορουβισίνη
– Ιντερφερόνη Άλφα
Αντιυπερτασικά
– Κλονιδίνη
– β-αναστολείς (προπρανολόλη, ατενολόλη, πινδολόλη)
– α-μεθυλντόπα
– Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
– Διουρητικά / Ρεσερπίνη
Συμπαθομιμητικές αμίνες
– Βρογχοδιασταλτικά (τερβουταλίνη, αλβουτερόλη, σαλμετερόλη, μεταπροτερενόλη)
– Παράγωγα Ξανθινών
Θεοφυλλίνη
– Αποσυμφορητικά
Φαινυλπροπανολαμίνη
Ψευδοεφεδρίνη
Νευρολογικά
– Αντιεπιληπτικά (φαινυτοίνη, τοπιραμάτη, λαμοτριγίνη)
– Διεγερτικά ΚΝΣ (αμφεταμίνη/μεθυλφαινιδάτη)
– Κατασταλτικά ΚΝΣ και Υπνωτικά (όταν αναπτύσσεται ανοχή ή επί διακοπής)
– Αντιπαρκινσονικά (Λεβοντόπα)
Διάφορα
– Αντιαρρυθμικά (κινιδίνη)
– Κορτικοστεροειδή
– Νικοτίνη
– Καφεΐνη
– Σοκολάτα
– Εθιστικές ουσίες (κοκαΐνη, κάνναβις, οπιοειδή)







