ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ
ΣΤΟΝ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟ ΤΗΣ ΑΕΠΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ
(ΤΟΤΕ) ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗ, ΝΕΟΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΜΕ
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟΥ
ΣΠΑΝΟΥ ΚΑΙ, ΠΡΟΣΦΑΤΑ, ΤΟΤΕ, ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΤΗ
ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΥΜΠΗ («ΟΤΑΝ ΚΛΑΙΕΙ
ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ» ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΥ,
ΤΑ «ΚΑΡΑΒΑΚΙΑ» ΚΑΙ ΤΟΝ «ΧΑΡΙΛΑΟ»
ΜΕ ΤΟΝ ΒΙΟΛΑΡΗ ΚΑΙ ΤΗ ΧΩΜΑΤΑ)
Αν αναφέρομαι σ΄ αυτά, είναι για να εκφράσω ακόμη και τώρα την έκπληξή μου που η Ευτυχία με γνώριζε και όταν άκουσε την υπάλληλο να με καλεί να περάσω, με φώναξε να μου πει δύο καλές κουβέντες, ιδιαίτερα για τα «λαϊκά» του Μαρκόπουλου και του Κουμπή. Την είχα αναγνωρίσει καθώς σκυφτή, με τα μαύρα γυαλιά και το τουρμπάνι, περίμενε (είχε προσέλθει ύστερα από μένα και δυο τρεις άλλους) αλλά δεν τόλμησα να της μιλήσω, μόλο που θα ήθελα να της φιλήσω το χέρι. Τη δεύτερη φορά την είδα, λίγους μήνες αργότερα, στη «Λύρα» του Πατσιφά, στην Κριεζώτου, τότε και ανταλλάξαμε χειραψία. Ήταν κουρασμένη, έφευγε. Και δεν την αντάμωσα ξανά ώς τον θάνατό της.
Σήμερα πολλοί του σιναφιού γνωρίζουν τα καθέκαστα του βίου της από την αγαπητική βιογραφία-αυτοβιογραφία της που αφηγήθηκε στην εγγονή της Ρέα Μανέλη, που τώρα έδωσε την αφορμή στον Πέτρο Ζούλια να μας χαρίσει την παράσταση με τη Νένα Μεντή. Εγώ όμως τη γνώριζα από τους μπουλουκτζήδες παλιούς συναδέλφους της, αλλά και από τον Δάσκαλό μου Γιάννη Σιδέρη, στις πολλές ώρες που τον συνόδευα στις αρχειοθετήσεις του υλικού του Θεατρικού Μουσείου, που στεγαζόταν τότε στην οδό Ναυαρίνου στα γραφεία της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Ο «μεγάλος» μπουλουκτζής Χρέλιας, που τον έβλεπα συχνά, αλλά και το ζεύγος Χαντά πολύ συχνά μιλούσαν για την Παπαγιαννοπούλου, που γνώριζαν ως ερασιτέχνιδα αλλά μανιακή ηθοποιό του μπουλουκιού αλλά και του θιάσου Κοτοπούλη συνάμα με την ενασχόλησή της με τη στιχουργία λαϊκών τραγουδιών. Μιλούσαν οι θεατρίνοι εκείνοι για «ενασχόληση» επειδή την εποχή που τους συναντούσα ήταν σε όλους γνωστό ότι η Ευτυχία, μετά το θάνατο της κόρης της, ηθοποιού και συζύγου του Φραγκίσκου Μανέλη (και μητέρα της Ρέας), είχε ριχτεί με πάθος στα χαρτιά και πουλούσε όσο όσο τα στιχάκια της σε γνωστούς και αγνώστους δημιουργούς του τραγουδιού (συνθέτες, στιχουργούς, τραγουδιστές) για να εξασφαλίσει το «δικαίωμα» συμμετοχής στο καρέ της πόκας. Η σύγχυση μάλιστα είχε φτάσει σε απόλυτα όρια και η Ηρώ Χαντά με βεβαιότητα μού έλεγε πως όλα τα τραγούδια της εποχής ήταν της Παπαγιαννοπούλου!
Αυτή η χαρισματική γυναίκα συγκέντρωνε πάνω στο κουρασμένο της κορμί όλους τους καημούς και τα βάσανα της Ρωμιοσύνης. Στην αφήγησή της (που μοιάζει σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα με τη λαϊκή τραγουδίστρια Παπάζογλου, την οποία αθανάτισε η Άννα Βαγενά με βάση τη δική της αυτοβιογραφία που κατέγραψε ο Λάμπρος Λιάβας) για τη ζωή και τη φυγή από το Αϊδίνι της Μικράς Ασίας, μικρομάνα με δύο μικρές κόρες, παντρεμένη με τη βία με μεγαλύτερό της παραλή, είναι συγκλονιστική. Και μόνο αυτό το φορτίο μνήμης να κουβαλάει κανείς, είναι τόσο δυσβάσταχτο, ώστε αν δεν γίνει αφήγηση, τραγούδι, εικόνα, χαλί στον αργαλειό, σε στέλνει στην εξορία της τρέλας και της κατάθλιψης. Λίγοι όμως Μικρασιάτες κατάντησαν τρελοί και καταθλιπτικοί, διότι διοχέτευσαν τόση πίκρα και τόση χολή και το τόσο χαμένο αίμα στην Τέχνη, στην τέχνη της ζωής και στη δουλειά.
Η Παπαγιαννοπούλου, όταν έφτασε στην Ελλάδα του ΄22, ακολούθησε τον πλάνητα δρόμο του θεατρίνου. Και τότε πλάνης ήταν και ο μπουλουκτσής και ο αστικότερος θεατρίνος. Η Κοτοπούλη στον θίασο της οποίας εθήτευσε συχνά η Ευτυχία, μόνο τα καλοκαίρια έπαιζε στις μάντρες του καιρού, τον χειμώνα περιόδευε σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια και Κάιρο και στις μεγάλες αστικές ελληνικές πόλεις. (Εγώ είδα την Κοτοπούλη το καλοκαίρι του 1954 λίγους μήνες πριν πεθάνει- τελευταίος την είδε από την «παρέα» ο Μάνος Ελευθερίου στη Σύρα!- στη Λαμία να παίζει «Έκτο πάτωμα» και «Μις Μέημπελ»). Η Παπαγιαννοπούλου περιόδευσε με «σοβαρούς» θιάσους πρόζας και με θιάσους κωμωδίας και επιθεώρησης (π.χ. του Κυριάκου Μαυρέα) και με μπουλούκια. Οι μπουλουκτσήδες μοιάζουν σε πολλά με τους ρεμπέτες.
Κάποτε, αφελής, ύστερα από μια νυχτερινή ηχογράφηση τραγουδιών του Μαρκόπουλου, στην «Κολούμπια» ρώτησα τον περίφημο τραγουδιστή Μοσχονά πώς θα πάει σπίτι του. Μού γύρισε την πλάτη. Με απορία πάντα αφελούς απευθύνθηκα στον άλλον διάσημο τραγουδιστή Τάκη Μπίνη γιατί μού θύμωσε ο «κύριος Οδυσσέας». Και ο Μπίνης με την μπάσα φωνή και τα μάτια γλαρά μού δήλωσε: «Δάσκαλε, δεν ρωτάνε ποτέ ένα ρεμπέτη για σπίτι. Οι ρεμπέτες ζουν σε ξενοδοχεία». Ακριβώς το ίδιο μού είχε πει και ο Χρέλιας: «Μια ζωή ξενοδοχείο. Σπίτι μου η μαλκαμπίνα (είναι το όρθιο μπαούλο, όπου χωράνε και τα κοστούμια με τις κρεμάστρες τους). Χωρίς τη Μικρασία και το θέατρο η Παπαγιαννοπούλου δεν θα είχε γράψει τα τραγούδια που μας δώρισε. Αλλά όπως και άλλοι γνωστοί στιχουργοί του ρεμπέτικου, η Παπαγιαννοπούλου δεν ήταν «αγράμματη», ασπούδαχτη και πριμιτίβ. Όπως δεν ήταν ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης και όπως δεν είναι ο Κώστας Βίρβος, για να μείνω στους πολυγραφότερους. Γνώριζε τους νεοέλληνες ποιητές, διάβαζε λογοτεχνία και είχε εκείνη την παράδοση κουλτούρας που κουβαλούσαν όλοι οι Μικρασιάτες, ανάλογη με την άλλη, δυτικότερη παράδοση κουλτούρας που είχαν οι Επτανήσιοι και οι Κρήτες.
Έχει λοιπόν δίκαιο ο Μάνος Ελευθερίου που υποστηρίζει πως για τον ειδικό της λογοτεχνικής μας ιστορίας πίσω από τους στίχους των τραγουδιών της Ευτυχίας φαίνονται τα ίχνη των επιρροών που δέχτηκε. Αλλά κυρίως, συμπληρώνω, φαίνεται η ποικιλία των στιχουργικών δομών, οι στροφικές ενότητες, η ευρηματικότητα της ρίμας και, βεβαίως, ο βηματισμός στην πλειονότητα των τραγουδιών της του δεκαπεντασύλλαβου χωρισμένου σε δύο ημιστίχια, οχτώ και επτά συλλαβών. Έτσι ώστε ένα τετράστιχο να είναι δύο δεκαπεντασύλλαβοι με «εσωτερική» στο οκτασύλλαβο ημιστίχιο ενίοτε ομοιοκαταληξία (π.χ. «Δυό πόρτες έχει η ζωή/ άνοιξα μια και μπήκα» κ.λπ.).
Το αξιοθαύμαστο σ΄ αυτήν την ποιητική είναι πως δεν υπάρχει πουθενά «φιλολογία», πουθενά επίδειξη λεκτικής ευφράδειας, πουθενά η γνωστή λεξιλαγνεία της λόγιας λυρικής ποίησης. Έχεις την εντύπωση πως στιχοποιείται η καθημερινή λαϊκή κουβέντα με τα στερεότυπά της και την εγγενή στην ελληνική τρέχουσα καθημερινή ρυθμοποιία του ιάμβου: «Τώρα που φεύγω απ΄ τη ζωή όλους τους συγχωρνάω», «Στο τραπέζι που τα πίνω, λείπει το ποτήρι σου», «Ποιος θα μού δώσει δύναμη, τον κόσμο αυτό ν΄ αλλάξω», «Μα κανένας δε μου φταίει, για το χάλι μου», «Πάρ΄ την καρδιά μου που την τρώει το σαράκι», «Ποια μοίρα σε ζηλεύει, ποιο μάτι φθονερό;».
Η Παπαγιαννοπούλου γλωσσικά γράφει μια αστική διάλεκτο, χωρίς «μαγκιές» και ιδιόλεκτα, προίκα της αστικής εγγραμματοσύνης της Μικρασίας, κοινής πλέον διαλέκτου του άστεως στην κυρίως Ελλάδα. «Όνειρο απατηλό», «Ένα χέρι λατρεμένο», «Η φαντασία μου που χρόνια με γελούσε πως θα μ΄ ανοίξεις την καρδιά μου την κλειστή».
Αυτή η χαρισματική γυναίκα συγκέντρωνε πάνω στο κουρασμένο της κορμί όλους τους καημούς και τα βάσανα της Ρωμιοσύνης
