Η αϋπνία αποτελεί ένα παγκόσμιο πρόβλημα που βασανίζει εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο.
Με τον όρο αϋπνία ή με τον ευρύτερο όρο διαταραχές του ύπνου εννοούμε όχι μόνο την μερική ή παντελή έλλειψη ύπνου αλλά και την κακή ποιότητα αυτού. Ένα άτομο δηλ που κοιμάται 5-6 ώρες μπορεί να παραπονιέται για αϋπνία όταν ο ύπνος του διακόπτεται πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας ή όταν κοιμάται πολύ ελαφρά χωρίς ναμπορεί να πέσει σε βαθύ ύπνο με όνειρα που ξεκουράζουν και ανανεώνουν τον οργανισμό.
Το πρόβλημα της αϋπνίας βασανίζει εξ ίσου άνδρες και γυναίκες και η συχνότητά του αυξάνεται με την ηλικία. Αν και σε μικρότερη συχνότητα εν τούτοις, η αϋπνία αποτελεί ένα εξ ίσου σημαντικό πρόβλημα και στα παιδιά
Το 50% ( δηλ ο ένας στους δύο) των άνω των 55 ετών ατόμων υποφέρει από διαταραχές του ύπνου οι οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής του. Στην Ελλάδα υπολογίζεται ότι πάνω από 2 εκατομμύρια άτομα άνω των 55 ετών υποφέρουν από διαταραχές του ύπνου. Οι επιπτώσεις της αϋπνίας δεν περιορίζονται μόνο στον αγώνα που κάνει κάθε βράδυ το άτομο για να κοιμηθεί αλλά και στις καθημερινές του δραστηριότητες αφού ένας κακός ύπνος συνοδεύεται από κακή διάθεση, αίσθημα κόπωσης και υπνηλία ή λήθαργο καθ΄όλη την επόμενη ημέρα, από μειωμένη αποδοτικότητα στη δουλειά,μειωμένη ικανότητα μάθησης και συγκράτησης παραστάσεων αλλά και από αυξημένη συχνότητα τόσο εργατικών όσο και οδηγικών ατυχημάτων. Δηλαδή η όλη λειτουργικότητα ενός ατόμου πάνω στην οποία στηρίζεται μια καλή, υγιής και ευτυχισμένη ζωή επηρεάζεται από έναν ύπνο κακής ποιότητας.
Με άλλα λόγια η αϋπνία υποβαθμίζει σημαντικά την ποιότητα ζωής του πάσχοντος.
Η αϋπνία θεωρείταιμια από τις πιο σοβαρές, τις πιο υπο-διαγιγνωσκόμενες και τις πιο κακοποιημένες θεραπευτικά παθολογικές καταστάσεις που επηρεάζει αρνητικά όχι μόνο τη ζωή του πάσχοντος αλλά και το οικογενειακό, το εργασιακό καθώς και το κοινωνικό περιβάλλον του.
Ο ύπνος αποτελεί ζωτικό στοιχείο της ζωής αφού κατά τη διάρκεια του ο οργανισμός αποκαθιστά τις φθορές που υφίστανται τα διάφορα συστήματά του κατά τη διάρκεια της ημέρας, εξοικονομεί ενέργεια και βελτιώνει τη μνήμη και τη διαδικασία εκμάθησης.
Ενας καλός ύπνος βελτιώνει κατά 15% τη μνήμη και την πνευματική μας ευστροφία ενώ ένας κακός ύπνος αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας, σακχαρώδους διαβήτη, αρτηριακής υπέρτασης, καρδιακών και εγκεφαλικών επεισοδίων.
Αν και οι διαταραχές του ύπνου μπορεί να είναι δευτεροπαθείς δηλ να αποτελούν συνοδό σύμπτωμα κάποιων άλλων νοσημάτων όπως π.χ κατάθλιψης, αγχώδους νεύρωσης, νόσου το Πάρκινσον, άνοιας (Αλτσχάϊμερ) κ.άεν τούτοις στην συντρηπτική τους πλειοψηφία είναι πρωτοπαθείς δηλ αποτελούντυχαίο εύρημα σε έναν κατά τα άλλα απόλυτα υγιή οργανισμό.
Οι διαταραχές ύπνου είναι πολύ συχνότερες στο Δυτικό κόσμο και σχεδόν άγνωστες σε πρωτόγονες φυλές ή γενικά σε πληθυσμούς που δεν έχουν υιοθετήσει τον εξοντωτικό τρόπο ζωής του Δυτικού κόσμου.
Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε ότι το βιολογικό μας ρολόϊ, αυτό δηλ που ρυθμίζει τις ώρες που πρέπει να κοιμόμαστε και αυτές που πρέπει να είμαστε ξύπνιοι (κιρκάρδιος ρυθμός) επηρεάζεται από μια φυσική ορμόνη, τη μελατονίνη,που παράγεται στον εγκέφαλό μας και εκκρίνεται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η έλλειψη ή η πλημμελής παραγωγή της ορμόνης αυτής οδηγεί στις διαταραχές του ύπνου με κύρια εκδήλωση την αϋπνία.
Η μελατονίνη παράγεται σε μεγάλες ποσότητες κατά τη διάρκεια της βρεφικής και παιδικής ηλικίας γι΄ αυτό και τα παιδιά κοιμούνται πολύ περισσότερες ώρες ενώ όσο μεγαλώνουμε τόσο η ποσότητά της μειώνεται. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που όσο μεγαλώνουμε τόσο μειώνονται και οι ώρες του ύπνου μας καθώς και για το ότι η αϋπνία γίνεται πρόβλημα κυρίως των ηλικιωμένων με αποτέλεσμα ο ένας στους δύο ενήλικες να πάσχει από αυτήν.
Η μελατονίνη μέχρι σήμερα είχε χρησιμοποιηθεί με μεγάλη επιτυχία στη αντιμετώπιση των προβλημάτων ύπνου που παρουσίαζαν τα άτομα στα υπερ-ατλαντικά τους ταξίδια (jetlag) λόγω αποδιοργάνωσης του βιολογικού ρολογιού που επιφέρει η αλλαγή της ώρας.
Προσπάθειες που είχαν γίνει για να δοκιμασθεί η μελατονίνη στην αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων ύπνου αποτύγχαναν λόγω της πολύ μικρής διάρκεις ζωής που έχει η ορμόνη αυτή μέσα στον οργανισμό μας. Τα τελευταία όμως χρόνια η σύγχρονη τεχνολογία επέτρεψε την παρασκευή της μελατονίνης σε μορφή βραδείας αποδέσμευσης με αποτέλεσμα πλέον η ορμόνη αυτή να παραμένει στον οργανισμό μας όσο και η φυσική ορμόνη εξασφαλίζοντας έτσι δράση που διαρκεί αρκετές ώρες.
Ένα τέτοιο φάρμακο, το Circadin, τέθηκε πρόσφατα στην κυκλοφορία το οποίο δρώντας με απόλυτα φυσικό τρόπο καταφέρνει να επαναρρυθμίζει τη λειτουργία του βιολογικού μας ρολογιού στο φυσιολογικό του επίπεδο αποκαθιστώντας έτσι τον κιρκάρδιο ρυθμό.
Τα μεγάλα πλεονεκτήματα του Circadin είναι ότι, σε αντίθεση με τα κυκλοφορούντα υπνωτικά
- Δεν προκαλεί εθισμό και κατά συνέπεια δεν απαιτεί ειδική συνταγή ναρκωτικών
- Δρα με απόλυτα φυσικό τρόποεξασφαλίζοντας άριστη ποιότητα ύπνου μέσω της ρύθμισης του βιολογικού ρολογιού χωρίς να καταργεί τα ευεργετικά όνειρα κάτι που δεν καταφέρνουν τα υπάρχοντα υπνωτικά
- Το άτομο ξυπνά την επομένη μέρα ευδιάθετο χωρίς αίσθημα κόπωσης και υπνηλίας που είναι οι συχνότερες παρενέργειες των κοινών υπνωτικών
- Σαν φυσική ουσία του οργανισμού μας είναι απόλυτα ασφαλής







